Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΠΕΡΙ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί.
Με την παρούσα εργασία θα προσπαθήσουμε να αναφερθούμε σε όσα αφορούν την ιστορία του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού (ως σύμβολο πίστης και ως ιερό αντικείμενο) και την καθιέρωση των εκκλησιαστικών εορτών, που σχετίζονται με την τιμή και την προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού.

1.     Ας αναφερθούμε σε μερικές προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης, που προτυπώνουν και προφητεύουν για τον Τίμιο Σταυρό.
·        Όταν οι Ισραηλίτες επρόκειτο να διασχίσουν την Ερυθρά θάλασσα, ο Μωυσής με την ράβδο του Σταυροειδώς την εκτύπησε και διαχωρίστηκε στα δύο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Ισραηλίτες χωρίς καν να βρέξουν τα πόδια τους διήλθαν και μετά την διέλευση τους με τον ίδιο τρόπο εκτύπησε την Ερυθρά θάλασσα, για να συγκλίνουν τα δύο τμήματα. Η εκκλησία μας ενθυμούμενη το γεγονός συνέταξε έναν υπέροχο ύμνο, ο οποίος διηγείται την ιστορία: «Σταυρόν χαράξας Μωσής επ’ επευθείας ράβδω την Ερυθράν διέτεμεν τω Ισραήλ πεζεύσαντι τη δε επιστερπτικώς Φαραώ τοις άρμασι κροτίσας ήνωσεν επ’ εύρους διαγράψας το αήττητον όπλον διό Χριστώ άσωμεν τω Θεώ ημών ότι δεδόξαστε…»
·        Μία άλλη αναφορά στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται, όταν οι Ισραηλίτες εμάχοντο εναντίον των Αμαληκιτών. Ο Μωυσής κρατούσε τα χέρια του σε έκταση προτειπόνοντας τον Τίμιον Σταυρόν. Όσο είχε τα χέρια του σε έκταση νικούσαν οι Ισραηλίτες. Όταν τα χέρια του έπεφταν από την κούραση τότε νικούσαν οι Αμαληκίτες. Οι αδελφοί του Μωυσέως Ααρών και Ωρ στήριζαν τα χέρια του Μωυσέως στους ώμους των και νίκησαν οι Ισραηλίτες, κατατροπώνοντας τους Αμαληκίτες. Αυτό μας αναφέρει η Ιερά Υμνολογία της Εκκλησίας στον κανόνα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού του Αγίου Κοσμά του ποιητού και έχει ως εξής: «τον τύπον πάλαι Μωυσής του αρχάντου πάθους εν εαυτώ προέφηνε τον ιερόν μεσούμενον σταυρόν δε σχηματισθείς τεταμμένας τρόπαιον παλάμας ήγειρε το κράτος διολέσας Αμαλήκ του πανώλου διο Χριστώ άσωμεν τω Θεώ ημών ότι δεδόξαστε».
·        Στην έρημο και πάλι Σταυροειδώς εκτύπησε την πέτρα ο Μωυσής και έβγαλε νερό. Σύμβολο της λογχευμένης πλευράς του Χριστού επάνω στον Σταυρό.
·        Κατά τον ίδιο τρόπο έχουμε προφητική εμφάνιση του Σταυρού και σ’ άλλα εδάφια της Παλαιάς Διαθήκης. Και πάλι η εκκλησία μας ενθυμούμενη τα αντίστοιχα γεγονότα, τα συνδέει με τον Σταυρόν του Κυρίου μας, σ’ έναν υπέροχο ύμνο: «Δια ξύλου ο Αδάμ  του παραδείσου γέγονεν άποικος. Δια ξύλου δε Σταυρού ο ληστής παράδεισον ώκησεν ο μεν γαρ γευσάμενος εντολήν ηθέτησεν του ποιήσαντος ο δε συσταυρούμενος Θεόν ωμολόγησεν τον κρυπτόμενον μνήσθητι μου βοών εν τη βασιλεία σου».

2.     Τι λέει η ιερά μας παράδοση για την προέλευση του ξύλου του Τιμίου Σταυρού;
     Η εκκλησία μάς παρέδωσε πως το ξύλο του Σταυρού προέρχεται από τα 3 ραβδιά που έδωσε ο Αβραάμ στον Λωτ να τα φυτέψει και να τα ποτίζει μέχρι που να βλαστήσουν ως δείγμα της συγχωρήσεως του αμαρτήματός του. Τα ραβδιά αυτά είναι εκείνα που άφησαν οι 3 άγγελοι στην σκηνή του Αβραάμ παρά την Δρυ του Μαυρί, και τα οποία τα μισοκάψει η Σάρα. Όταν φύτρωσαν αυτά αφού αξιώθηκε ο Λωτ να τα ποτίσει 1 φορά στα 40 χρόνια, κατά την παράδοση, φύτρωσαν σε ένα δένδρο με 3 είδη (κυπαρίσσι, κέδρος και πεύκο). Αυτά λέει και ο προφήτης Ησαΐας το εξικοστό κεφάλαιο στίχος δέκατος τρίτος (εν κυπαρίσσι και πεύκη και κέδρω άμα δοξάσαι τον τόπον τον άγιόν μου).
     Όταν οι Ισραηλίτες έκτιζαν τον ναό του Σολωμόντος, χρειάστηκαν ένα μακρύ και ίσιο ξύλο, για να το τοποθετήσουν πάνω από την κυρίως πύλη. Τότε έκοψαν το δένδρο του Λωτ για να το χρησιμοποιήσουν για το σκοπό αυτό. Αλλά κάθε φορά που προσπαθούσαν να το τοποθετήσουν, αυτό τους έβγαινε είτε μικρότερο, είτε μεγαλύτερο. Γι’ αυτό το θεώρησαν καταραμένο ξύλο και το πέταξαν πίσω από τον ναό του Σολωμόντος.
     Όταν θέλησαν να σταυρώσουν τον Κύριό μας, θυμήθηκαν το καταραμένο ξύλο και το χρησιμοποίησαν για να κατασκευάσουν τον Σταυρό Του. Με αυτόν τον τρόπο θέλησαν να Τον διαπομπεύσουν και να Τον ταπεινώσουν ακόμα περισσότερο.

3.  Τι απέγινε ο Σταυρός μετά την Σταύρωση;
     Μετά την αποκαθήλωση κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για τον Σταυρό του μαρτυρίου του Κυρίου μας και έτσι αυτός παραπετάχτηκε μαζί με τους σταυρούς των ληστών.
     Αργότερα τα μέρη όπου μαρτύρησε ο Ιησούς, όπως και ο τάφος Του, έγιναν τόποι λατρείας και προσκυνήσεως από τους Χριστιανούς.
     Οι Ρωμαίοι και οι Εβραίοι στην προσπάθειά τους να ανακόψουν τον χριστιανισμό, επιχωμάτωσαν όλους τους χώρους που προσκυνούσαν οι Χριστιανοί. Πάνω από τον τάφο του Κυρίου μας, τον οποίο πρώτα προσπάθησαν να καταστρέψουν, έκτισαν ναό της Αφροδίτης.

4.  Η εμφάνιση του σημείου του Σταυρού στον ουρανό στον Μ. Κωνσταντίνο.
     Ο ιστορικός της εκκλησίας μας Ευσέβιος Καισαρείας, σύγχρονος του Μ. Κωνσταντίνου, διέσωσε την ιστορία πως ο Μ. Κωνσταντίνος βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση όταν επρόκειτο να αντιμετωπίσει τα υπεράριθμα στρατεύματα του Μαξεντίου. Τότε είδε ένα θέαμα μοναδικό στον ουρανό. Το σημείο του Σταυρού που είχε και την εξής επιγραφή: «Εν Τούτω Νίκα».
     Να πως το διηγείται ο Ευσέβιος:
     «Αμφί μεσημβρινάς ηλίου ωρας, ηδη της ημέρας αποκλινούσης, αυτοις οφθαλμοις ιδειν εφη εν αυτω ουρανω υπερκείμενον του ηλίου σταυρου τρόπαιον εκ φωτός συνιστάμενον, γραφην τε αυτω συνηφθαι λέγουσαν, τούτω νίκα».
     Δηλαδή, το φαινόμενο εμφανίστηκε το μεσημέρι και ήταν λαμπρότερο του ηλίου.
     Η ιστορία από εδώ και πέρα είναι γνωστή. Ο Μ. Κωνσταντίνος διέταξε σ’ όλους τους στρατιώτες του, να χαράξουν το σημείο του Σταυρού στις ασπίδες τους και με αυτόν τον τρόπο, θαυματουργικά, νίκησε τον Μαξέντιο, έχοντας μπροστά από το στράτευμά του το νικοποιό λάβαρο του Τιμίου Σταυρού και την επιγραφή «Εν Τούτω Νίκα».

5.  Δεύτερη εμφάνιση του σημείου του Σταυρού στο γιό του Μ. Κωνσταντίνου, Κωνστάντιο.
     Το γεγονός αυτό το καταγράφει ο ιστορικός Φιλοστόργιος:
     «Ο μεν ουν Κωνστάντιος εγκρατής του τυράννου γίνεται κανταυθα του σημείου του σταυρου…προφανέντος…υπεραστράψαντος το της ημέρας φως ωφθη δε επί των Ιεροσολύμων…της ημέρας εορτης της λεγομένης Πεντηκοστης…από του λεγομένου κρανίου μέχρι και του των ελαιων ορους, διήκων ωράτο…».
     Δηλαδή, εμφανίστηκε και πάλι το σημείο του Σταυρού στον Κωνστάντιο, κατά την εορτή της Πεντηκοστής στα Ιεροσόλυμα, επίσης μεσημβρινή ώρα και ήταν λαμπρότερος του ηλίου και είχε τεράστιο μέγεθος και από τον Γολγοθά όπου σταυρώθηκε ο Κύριος μας, έφθανε έως το όρος των ελαιών. Πατριάρχης Ιεροσολύμων ήταν ο Άγιος Κύριλλος. Η εκκλησία μας γιορτάζει το γεγονός αυτό στις 7 Μαΐου. Στο Συναξάριο του Μαΐου διαβάζουμε τα εξής:
     «Εν ταις ημέραις της αγίας Πεντηκοστης μηνός Μαΐου εβδόμη, ωρα τρίτη της ημέρας, εφάνη ο Τίμιος και ζωοποιός Σταυρός συνεστώς εκ φωτός, ορωντος παντός του λαου, υπεράνω του αγίου Γολγοθα εκτεταμένος, μέχρι του αγίου ορους των Ελαιων οστις τη της μαρμαρυγής λαμπρότητι τας ηλιακάς ακτινας εκάλυψεν. Οθεν πασα ηλικία νέων τε γερόντων συν νηπίοις τε και θηλάζουσι την Εκκλησίαν κατέλαβε και εν αμέτρω χαρα και θερμή κατανύξει, δόξαν και ευχαριστίαν τω Θεω ανέπεμψαν, επί τω παραδόξω τούτω θεάματι».

6.     Εύρεσις του Τιμίου Σταυρού από την Αγία Ελένη.
     Η Αγία Ελένη επιθυμούσε να βρει τους Τόπους όπου μαρτύρησε ο Κύριός μας. Αφού εξασφάλισε τη σχετική άδεια και οικονομική βοήθεια από τον γιό της Μ. Κωνσταντίνο, έφθασε στα Ιεροσόλυμα το 326 μ.Χ.
     Πρώτη φροντίδα της ήταν να βρει τον τάφο του Χριστού. Μετά από αρκετές προσπάθειες και ψάξιμο τα κατάφερε, γιατί όπως έχουμε πει οι ειδωλολάτρες είχαν επιχωματώσει τον τάφο του Χριστού και έκτισαν ναό της Αφροδίτης στο ίδιο σημείο.
     Αφού κατεδάφισε το ναό της Αφροδίτης, ανέσκαψε το χώρο, όπου και βρήκε τον τάφο του Χριστού και εκεί κοντά και σε αρκετό βάθος βρήκε και τους τρεις Σταυρούς. Βρέθηκε επίσης και η επιγραφή, η οποία ήταν κρεμασμένη πάνω στον Σταυρό του Χριστού, αλλά είχε αποκολληθεί και έτσι δεν γνώριζαν ποιός εκ των τριών ήταν ο Σταυρός του Σωτήρος. Τότε ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος έφερε τους Σταυρούς και τους εναπόθεσε διαδοχικά πάνω σε μια νεκρά γυναίκα. Ο πρώτος και ο δεύτερος δεν έδειξαν τίποτα. Όταν όμως τοποθετήθηκε και ο τρίτος Σταυρός πάνω στην νεκρά γυναίκα εκείνη, αμέσως αναστήθηκε και σηκώθηκε όρθια. Μ’ αυτόν τον τρόπο ξεχώρισαν τον Τίμιο Σταυρό.
     Η Αγία Ελένη διεχώρισε τον Τίμιον Σταυρόν και το μεν ένα αφού το τοποθέτησε σε ασημένια θήκη το άφησε στα Ιεροσόλυμα, το δε άλλο μαζί με τους ήλους, δηλαδή τα καρφιά, τα απέστειλε στην Κωνσταντινούπολη.
     Το γεγονός αυτό μας το διασώζουν ο Ιεροσολύμων Άγιος Κύριλλος, που έζησε το 340-386 μ.Χ. και μάλιστα σε μια από τις κατηχήσεις του και συγκεκριμένα στην ΙΓ΄, αναφέρει χαρακτηριστικά:
     «Ελέγχει με ουτος ο Γολγοθας, ου νυν πλησίον πάντες πάρεσμεν, ελέγχει με του Σταυρου το ξύλον το κατά μικρόν εντευθεν πάση τη οικουμένη διαδοθέν». Δηλαδή, με ελέγχει ο Γολγοθάς στον οποίο βρισκόμαστε όλοι κοντά. Με ελέγχει το ξύλο του Σταυρού, το οποίο απ’ εδώ διαδόθηκε σ’ όλη την οικουμένη.
     Το ίδιο γεγονός μας το διασώζουν και ο ιστορικός Σωκράτης (σύγχρονος και αυτός της εποχής εκείνης) στην εκκλησιαστική του ιστορία στο α΄ βιβλίο του ΚΕΦ. ιζ΄ και ο Θεοδώρητος στην δική του εκκλησιαστική ιστορία.

7.     Η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως
Η εκκλησία μας από πολύ νωρίς άρχισε να εορτάζει την ημέρα της ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού, δηλαδή την 6η Μαρτίου ως εορτή προσκυνήσεως του Τιμίου Σταυρού
Επειδή όμως εκείνη η 6η Μαρτίου συνέπιπτε πολλές φορές την Γ΄ εβδομάδα των νηστειών και επειδή το Πάσχα είναι κινητή εορτή, καθιερώθηκε να εορτάζεται η Γ΄ Κυριακή των νηστειών ως Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και η 6η Μαρτίου ως ημέρα ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού. Η εκκλησία κατά την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως ψάλλει: «σταυρόν Χριστού τον Τίμιον σήμερον προτεθέντα ειδόντες προσκυνήσομεν και πιστώς ευφραθώμεν κατασπαζόμενοι πόθω τω εν τούτω θελήσει σταυρωθέντα αιτούμενοι Κύριον αξιώσαι πάντας ημας τον Σταυρόν τον Τίμιον προσκυνήσαι και φθάσαι την Ανάστασιν πάντας ακατακρίτως».

8.     Η εορτή του Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου
     Στις 14 Σεπτεμβρίου η εκκλησία μας γιορτάζει την ύψωση του Τιμίου Σταυρού η οποία έγινε το 330 μαζί με τα εγκαίνια του Ναού της Αναστάσεως. Αυτή η εορτή καθιερώθηκε από τα πρώτα χρόνια της ευρέσεως από τον Άγιον Μακάριον, πατριάρχη Ιεροσολύμων. Η εορτή της υψώσεως φέρει τα ίσα της Αγίας και Μεγάλης Παρασκευής και η εκκλησία ψάλλει: «δεύτε λαοί το παράδοξον θαύμα καθωρόντες του στρατού την δύναμιν προσκυνήσωμεν ότι ξύλον εν παραδείσω θάνατον εβλάστησε το δε την ζωήν εξήνθήσεν αναμάρτητον έχον προσηλώμενον τον Κύριον εξ ου πάντα τα έθνη αφθαρσίαν τριγώντες κραυγάζομεν ο δια Σταυρού θάνατον καταργήσας και ημάς ελευθερώσας δόξασι».
     Και άλλη μία ύψωση γιορτάζει η εκκλησία όταν οι Πέρσες εισέβαλαν στα νοτιο-ανατολικά τμήματα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, έφθασαν έως τα Ιεροσόλυμα. Ο Χοσρόης – βασιλιάς των Περσών – εκτός από τις άλλες λεηλασίες που έκανε, έκλεψε και τον Τίμιον Σταυρόν, το οποίο είχε αφήσει στα Ιεροσόλυμα η Αγία Ελένη και πήρε πολλούς αιχμαλώτους μαζί του στην Περσία. Μεταξύ των αιχμαλώτων ήταν και ο τότε πατριάρχης Ιεροσολύμων, Άγιος Ζαχαρίας. Με αυτόν τον τρόπο ήθελε να ταπεινώσει ακόμα περισσότερο την βυζαντινή αυτοκρατορία.
     Όταν μετά από 14 έτη ο Ηράκλειος αποφάσισε να πάρει πίσω τον Σταυρό και να απελευθερώσει τους αιχμαλώτους, διέταξε να τελεστεί δέησις σ’ όλη την Βασιλεύουσα. Στην δέηση αυτή παρέστη ο Αυτοκράτορας, ο Πατριάρχης Κων/λεως και όλος ο κλήρος. Δεήθηκαν ώστε η προσπάθειά τους να στεφθεί με επιτυχία.
     Μετά την επιτυχή εκστρατεία του Ηράκλειου εναντίον των Περσών, την επανάκτηση του Ζωοποιού Σταυρού και την απελευθέρωση των αιχμαλώτων και του Πατριάρχου Αγίου Ζαχαρία, τελέστηκε στα Ιεροσόλυμα πανηγυρική Θεία Λειτουργία, για να γιορτάσουν το γεγονός. Ξανά υψώθηκε δε ο Τίμιος Σταυρός επί του Γολγοθά και πάλιν κατά την 14η του μηνός Σεπτεμβρίου.

9.     Η πρόοδος του Τιμίου Σταυρού
     Η εκκλησία μας γιορτάζει επίσης την 1η Αυγούστου την πρόοδο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού. Το Ιεροσολυμίτικον Τυπικόν διατάσσει και κατά την αυτήν ημέραν μετά την Δοξολογία, να τελείται η πρόοδος του Τιμίου Σταυρού κατά την τάξιν της Γ΄ Κυριακής των νηστειών.
     Από τους Βυζαντινούς αυτή η λιτανεία εκαλείτο προεξέλευσις, δηλαδή προπόρευση. Την όλη τελετή μας την περιγράφει αναλυτικά ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος. Ότι δηλαδή γινόταν στην Κων/πολη λιτανεία, όπου προηγείτο ο Τίμιος Σταυρός, προκειμένου να αγιασθεί όλη η Πόλη. Η διάρκεια της εορτής ήταν 7 ημέρες. Η εορτή αυτή καθιερώθηκε το 1174 από τον Μανουήλ Παλαιολόγο, σ’ όλη την αυτοκρατορία.

10.      Χαρακτηριστικά και λεπτομέρειες του Τιμίου Σταυρού
     Το μέγεθος του Σταυρού, κατά την παράδοση και τον Συναξαρηστή, ήταν μήκους 4,5 μέτρων και πλάτους 2,4 μέτρων. Ο Ιερός Χρυσόστομος μας παραδίδει ότι το πάχος του ήταν 20 εκατοστά και ότι το τμήμα του Σταυρού που εμπήγετο μέσα στη γη, ήταν 40 εκατοστά.
     Οι ήλοι, δηλαδή τα καρφιά, που βρέθηκαν μαζί με τον Σταυρό, άλλοι μας παραδίδουν ότι ήταν 3, όπως π.χ. ο Άγιος Δοσίθεος Ιεροσολύμων και άλλοι όπως ο Άγιος Παΐσιος Γάζης, αναφέρει πως η κοινή παράδοση δέχεται ότι ήταν 4. Τους ήλους τους πήρε μαζί της η Αγία Ελένη στην Κων/πολη.
     Τους δύο άλλους σταυρούς οι ιστορικοί μας αναφέρουν, πως και αυτοί μεταφέρθηκαν στην Κων/πολη και τοποθετήθηκαν, σύμφωνα με τον Άγιο Δοσίθεο όπως το αναφέρει στην Δωδεκάβιβλο του «κάτωθεν του εν τω Φόρω πορφυρού κίονος», όπως επίσης και το αλάβαστρον του μύρου, με το οποίο η Μαρία άλειψε τα πόδια του Κυρίου. Εις τον ίδιο κίονα τοποθετήθησαν και οι ήλοι του Σταυρού. Ένα από τα καρφιά βρίσκεται στο μοναστήρι του Αρχαγγέλου στη Θάσο.

11.      Η θαυματουργική δύναμις του Τιμίου Σταυρού
     Τον Τίμιο Σταυρό η εκκλησία μας τον ονόμασε ζωοποιό. Γιατί αν και πάνω σ’ αυτόν παρέδωσε το Πνεύμα Του ο Κύριός μας, εντούτοις η χάρις Του το επισκίασε και τον έκανε ζωοποιό. Από την πρώτη στιγμή της ευρέσεώς του έδωσε ζωή στην νεκρή γυναίκα. Έκτοτε πάρα πολλά θαύματα, τα οποία οφείλονται στον Τίμιο Σταυρό, γνωρίζει η εκκλησία μας.
     Ένα από αυτά έγινε στην Απαμεία, η οποία κινδύνευε να κυριευθεί από τους Πέρσες. Τότε ο επίσκοπος Θωμάς περιέφερε στην πόλη, τμήμα του Σταυρού που είχε στην κατοχή του. Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός, (όπως μας το διηγείται ο ιστορικός Προκόπιος), που έτρεψε σε φυγή τους εχθρούς:
     «υπέρθεν του Σταυρου σέλας πυρός επεφέρετο και το κατ’ αυτόν της οροφής μέρος φωτί πολλώ υπέρ το ειωθός κατελάμπετο». Δηλαδή, πάνω από τον Σταυρό στον αέρα υπήρχε πύρινο φως, το οποίο ακολουθούσε τον Σταυρό και στο τέλος σκέπασε όλη την πόλη.
     Το γεγονός αυτό το καταγράφει επίσης στην εκκλησιαστική του ιστορία και ο Ευάγριος.
     Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μας διασώζει το εξής γεγονός. Όταν ο Ιουλιανός ο Παραβάτης βρέθηκε κάποια φορά σ’ ένα ειδωλολατρικό ιερό, οι ιερείς για να του δείξουν την δύναμή τους, στη διάρκεια μιάς τελετής, κάλεσαν τους δαίμονες. Τότε ο Ιουλιανός από τον τρόμο του ασυνείδητα έκανε τον Σταυρό του και οι δαίμονες διασκορπίσθηκαν. Οι ιερείς των ειδώλων ισχυρίσθηκαν πως οι δαίμονες επειδή μισούσαν κάθε τι του Χριστού, έφυγαν από ταραχή και φόβο. Εκείνος ο καημένος τους πίστεψε και παρέμεινε στην πλάνη του.
     Η δύναμις του Σταυρού μνημονεύεται από πολλούς Πατέρες της εκκλησίας μας. Ο Ιερός Χρυσόστομος σε μία ομιλία του αναφέρει τα εξής:
     «Σταυρός το κατά των δαιμόνων τρόπαιον, η κατά της αμαρτίας μάχαιρα το ξίφος, ω τον όφιν εκέντησεν ο Χριστός. Σταυρός το του Πατρός θέλημα, η του Μονογενους δόξα, το του Πνεύματος αγαλλίασμα ο των αγγέλων κόσμος, της Εκκλησίας η ασφάλεια, το καύχημα του Παύλου, το των Αγίων τειχος, το φως της οικουμένης απάσης».
     Ο Μέγας Αθανάσιος στη διήγησή του για τον βίο του Μεγάλου Αντωνίου, μας διασώζει την εξής ιστορία:
     Κάποτε επισκέφθηκαν τον Μ. Αντώνιο κάποιοι σοφοί ειδωλολάτρες. Στην αρχή τον χλεύαζαν, λέγοντας πως η χριστιανική θρησκεία δεν κρύβει πολλή σοφία. Εκείνη όμως την ώρα κάποιοι άλλοι επισκέπτες έφεραν έναν δαιμονισμένο στον Μ. Αντώνιο, για να τον θεραπεύσει. Εκείνος απευθύνθηκε τότε στους ειδωλολάτρες σοφούς, και τους παρότρυνε να τον θεραπεύσουν με την σοφία τους. Εκείνοι εξεπλάγησαν και είπαν πως δεν μπορούν να κάνουν θαύματα. Ο Μ. Αντώνιος αφού προσευχήθηκε, σταύρωσε τον δαιμονισμένο και ω του θαύματος, αμέσως θεραπεύθηκε πλήρως.
     Και ολοκληρώνει την διήγησή του ο Μ. Αθανάσιος, λέγοντας:
     «Και οι μεν λεγόμενοι φιλόσοφοι εθαύμαζον, και αληθως εξεπλήττοντο επί τη συνέσει του ανδρός και τω γενομένω σημείω».

12.      Η θεολογική σημασία του Τιμίου Σταυρού στη ζωή των χριστιανών
     Ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του, τονίζει:
     «Ο λόγος γάρ ο του Σταυρου, τοις μέν απολλυμένοις μωρία εστί, τοις δε σωζομένοις ημιν δύναμις Θεου εστί». Δηλαδή, ο λόγος περί Σταυρού για τους μη πιστούς είναι ανοησία, ενώ για τους χριστιανούς είναι η δύναμις του Θεού.
     Για μας τους πιστούς ο Σταυρός έχει πολλαπλή σημασία. Ο Σταυρός είναι η δύναμίς μας, είναι το σύμβολο της νίκης, είναι το σύμβολο της υπομονής, είναι το σύμβολο του αγώνα. Ακόμη και η αγάπη των χριστιανών πρέπει να έχει σταυροειδή κατεύθυνση. Δηλαδή κατακόρυφη κατεύθυνση, που σημαίνει αγάπη του πιστού προς τον Τριαδικό Θεό, αλλά και οριζόντια που σημαίνει αγάπη προς τον πλησίον. Αν από την σταυροειδή αγάπη αφαιρέσεις μία από τις δύο κατευθύνσεις, τότε παύει να είναι χριστιανική και υποβιβάζεται σε κοσμική.
     Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας, μας ξεκαθάρισε:
     «Οστις θέλει οπίσω μου ελθειν απαρνησάσθω σ’ εαυτόν και αράτω τον Σταυρόν αυτου και ακολουθήτω μοι».
     Βλέπετε αγαπητοί μου αδελφοί, ο Κύριός μας προτείνει άρση του Σταυρού. Δηλαδή, ο καθένας μας φέρει ένα σταυρό στις πλάτες του. Αυτός μπορεί να είναι μια ασθένεια, μια δυσκολία, μια δυσχέρεια στη ζωή. Αυτές τις δυσκολίες πρέπει να τις υπομένει καρτερικά ο χριστιανός, αλλά και να τις αντιμετωπίζει γενναία, με την ελπίδα που μας δίνει ο Χριστός μας.
     Η άρση του σταυρού όμως σημαίνει και άρση των παθών μας και κάθαρση από αυτά.
     Άρση του σταυρού μπορεί να σημαίνει και κάποιο έργο που μας έχει αναθέσει η εκκλησία μας και αυτό πρέπει να το ολοκληρώσουμε με άψογο τρόπο.
     Όταν ο Κύριός μας επέλεξε τους μαθητές Του και τους ζήτησε να κηρύξουν τον Λόγο Του στα πέρατα της οικουμένης, αυτό ήταν ένας σταυρός για τους μαθητές, τον οποίο όμως σηκώνοντάς τον, έφεραν επάξια εις πέρας την αποστολή τους. Γι’ αυτό τους δόθηκε ο στέφανος της δόξης.
     Ας μελετήσουμε όμως λίγο πιο προσεκτικά τα λόγια του Κυρίου. Μαζί με την άρση του σταυρού, μας ζητάει και άρνηση του εαυτού μας. Πώς συνδέει αυτά τα δύο ο Χριστός μας; Τα συνδέει με την ταπείνωση. Γιατί άρνηση του εγωισμού, σημαίνει ταπείνωση. Απάρνηση του θελήματός μας, σημαίνει ότι εργαζόμαστε για την δόξα και την αγάπη του Θεού.
     Άρα λοιπόν κάθε δυσκολία που υπομένουμε, κάθε σταυρό που φέρουμε, κάθε ασθένεια που εγκαρτερούμε, κάθε έργο που μας ανατίθεται από την εκκλησία και το διεκπεραιώνουμε, πρέπει να το κάνουμε όχι για την προσωπική μας προβολή, όχι για το εγώ μας, όχι για την ικανοποίηση της υπερηφάνειας και της εγωπάθειάς μας, αλλά για την αγάπη και την δόξα του Χριστού.
     Γι’ αυτό όταν το έργο μας δεν αναγνωρίζεται, όταν δεν ακούμε συγχαρητήρια και επαίνους, όταν δεν μας επιβραβεύει κανείς για τις αγαθοεργίες μας, ουσιαστικά πρέπει να χαιρόμαστε. Και αυτό επειδή κάθε μνημόνευση, ευφημισμός, εγκώμιο ή ηθική αμοιβή της προσωπικότητάς μας, είναι δυνατόν να τονώσει τον εγωισμό μας και να μας ρίξει στην υπερηφάνεια.
     Αυτό, αγαπητοί μου αδελφοί, πρέπει να το προσέξουμε για να αποφύγουμε τέτοιου είδους παγίδες. Εμείς δεν έχουμε τίποτα να καυχηθούμε.
     Ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης μας λέει «Μη γένοιτο, φήσιν, επί τινί άλλω καυχάσθαι, ει μη επί τω Σταυρώ του Χριστού». Δηλαδή δεν έχουμε τίποτα εμείς να καυχηθούμε παρά μόνον για τον Σταυρό του Χριστού.
     Σημαντική θέση κατέχει ο Σταυρός στην λειτουργική ζωή της εκκλησίας μας. Σε κάθε μυστήριο είναι απαραίτητη η σταυροειδής ευλογία από τον ιερέα.
     Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σταυροειδής χάραξις επί του άρτου στη Θεία Ευχαριστία.
     Ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων συμβουλεύει τους Χριστιανούς, να κάνουν το Σταυρό τους όταν τρώνε, όταν πίνουν, όταν σηκώνονται, όταν κάθονται, όταν μιλούν, όταν περπατούν και γενικά σε κάθε περίσταση.
     Ο Άγιος Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης μας δίνει μια άλλη ερμηνεία του σταυρού που σχηματίζουμε στο σώμα μας. Μας λέει πως κάθε φορά που κάνουμε τον Σταυρό μας και θέτουμε τα 3 δάχτυλα στο μέτωπό μας, ομολογούμε πως ο Λόγος του Θεού ήταν στον ουρανό, στα δεξιά του Πατρός.
     Όταν φέρουμε το χέρι μας κάτω επί της κοιλίας ομολογούμε την άσπιλο σύλληψη της Θεοτόκου και την ενανθρώπηση του Χριστού.
     Όταν φέρουμε το χέρι μας στο δεξί ώμο ομολογούμε την ανάληψη του Χριστού από την γη και την άνοδο του εις τον ουρανόν εις τα δεξιά του Πατρός.
     Και όταν φέρουμε το χέρι μας στον αριστερό ώμο ομολογούμε την επάνοδο του Χριστού στην γη, κατά την Δευτέραν και ένδοξον Παρουσία Του.
     Τον Σταυρό τον ονομάζουμε ζωοποιό. Να δούμε λίγο γιατί του έδωσε η εκκλησία μας αυτή την επωνυμία.
     Τον όρο αυτό τον χρησιμοποίησε ο Απόστολος Παύλος στην προς Κολασσαείς επιστολή του. «Νεκρούς όντας τοις παραπτώμασι της σαρκός ημών συνεζωποίησε ημάς εν αυτών». Και στην προς Εφεσίους Επιστολή «Δια του Σταυρού αποκτείνας την έχθραν». Δηλαδή, μας έδωσε ζωή ο Χριστός δια του Σταυρού αφού δι’ αυτού έσωσε την ανθρωπότητα και εξολόθρευσε τους δαίμονες.
     Αγαπητοί μου αδελφοί, στο λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας προσπαθήσαμε να αναδείξουμε την σημασία του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού στην ζωή της εκκλησίας μας και στη ζωή των Χριστιανών. Αυτός πρέπει να είναι το καύχημα μας και η δόξα μας.
     Θα ήθελα να κλείσει αυτήν την παρουσία περί σταυρού, ή γραφίδα του Αγίου Κυρίλλου Ιεροσολύμων: «Μη τοίνυν επαισχυνθώμεν τω Σταυρώ του Χριστού, αλλά καν άλλος αποκρύπτη συ φανερώς επί μετώπω σφραγίζου, ίνα οι Δαίμονες το σημείον ίδοντες το Βασιλικόν, μακράν φυγώσι τρέμοντες». Δηλαδή, να μην ντρεπόμαστε να κάνουμε το σημείο του Σταυρού, αλλά ακόμα και αν κάποιος τον κάνει κρυφά, εσύ φανερά να κάνεις τον Σταυρό σου, για να τον δουν οι δαίμονες και να φύγουν μακριά τρέμοντας.

     Αγαπητοί μου αδελφοί, οποιαδήποτε παράβλεψη ή αστοχία, παρακαλώ να την χρεώσετε στην ανθρώπινη  αδυναμία, να παρουσιασθεί ένα τόσο σημαντικό θέμα. Η οποιαδήποτε ωφέλεια μας είναι σίγουρα δωρεά του Αγίου Πνεύματος και του Τιμίου Σταυρού.

Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ & ΠΑΡΑΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ

"Δεν χρειάζεται να πας στο σκοτάδι για να ανακαλύψεις... το Φως"

Το θέμα μεταδόθηκε από την εκπομπή "Αέναον" του τηλεοπτικού σταθμού "Εγνατία TV" στις 10 Ιουνίου 2011.








Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία

Εἶναι πολὺ δύσκολο σ’ ἕνα ἄρθρο νὰ περιγραφεῖ τὸ μεγαλειῶδες ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Πῶς ἀντιμετώπισαν τὴ ζωή, τὴν φιλοσοφία, τὸν πολιτισμὸ καὶ πῶς κατάφεραν νὰ ζωντανέψουν τὴν ἑλληνικὴ σκέψη μπολιάζοντας την μὲ τὴ χριστιανικὴ σοφία. Πρῶτα ὅμως θὰ κάνουμε μία μικρὴ ἀναδρομὴ στὴ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τους.

Ἡ ἑορτὴ καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Εὐχαΐτων (Μαυρόπους) τὸ 1081 ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τοῦ Α΄. Ἀρκετὰ ἀργότερα ὅταν ἱδρύεται ἡ Ἰόνιος Ἀκαδημία ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Κωνσταντῖνο Τυπάλδος[1] καὶ τὸν φιλέλληνα βαπτισμένο ὀρθόδοξο Δημήτριο Φρειδερίκο Γκίλφορτ, θέτουν τὴν ἀκαδημία ὑπὸ τὴν προστασία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς ἁγίων τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας.
Τὸ 1842 τὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καθιερώνει τὴν ἑορτὴ καὶ στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα.

Τὸ γιατί καθιερώθηκαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς προστάτες τῶν γραμμάτων εἶναι προφανές, διότι αὐτὰ τὰ μεγάλα πνεύματα, αὐτοὶ οἱ γίγαντες τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς θεολογίας, διδάχθηκαν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀλλὰ προσέλαβαν ὡς μέλισσες ὅτι ὑψηλότερο διέθετε. Μπόλιασαν μέσα της τὸ θεῖο λόγο καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Τὴν προσέφεραν στὸν κόσμο καθαρή, λαμπερή, ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε παγανιστικὸ στοιχεῖο.

Οὕτως ἢ ἄλλως οἱ μεγάλοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἀμφισβήτησαν τὰ εἴδωλα καὶ ἔθεσαν βασικὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ ἀνησυχίες περὶ δημιουργίας τοῦ κόσμου. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πρόλαβαν νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ πάρουν τὶς ὀρθὲς ἀπαντήσεις, ἀνέπτυσσαν διάφορες θεωρίες μὲ σκοπὸ νὰ προσεγγίσουν τὴν ἀλήθεια. Ὅμως, ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια θὰ ἀποκαλυφθεῖ ἀργότερα μὲ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ ἑλληνικὴ σκέψη ἦταν ὑπὲρ τοῦ «κατὰ κόσμον ζῆν», δηλαδὴ νὰ ζεῖς σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ κόσμου. Ἡ χριστιανικὴ σκέψη ὅμως στρέφεται ὑπὲρ τοῦ «κατὰ Χριστὸν ζῆν». Γι αὐτὸ οἱ Πατέρες στρέφουν τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ἀπὸ τὰ γήινα στὰ ἐπουράνια, στὰ ὑψηλότερα, στὰ θεία.

Θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς ἀπὸ τὶς σκέψεις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγκάλιασαν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἀλλὰ ὅπως ἀναφέρθηκε «δίκην μελισσῶν».
Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε καὶ ποιητὲς καὶ ρήτορες καὶ πεζογράφους ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ὠφέλιμο.
Κατὰ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, «τὴν μάθησιν τῶν παρ’ Ἕλλησι λόγων ὑπηρετεῖσθαι τόσον, ὡς ἔστι πρέπον». Δηλαδή, νὰ διατηροῦμε τὸ μέτρο και τὴν χρυσὴ τομὴ στὴ γνώση που προσφέρει ἡ ἑλληνικὴ παιδεία.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, «οὐ πάντα παραδεκτὸν ἠμὶν ἀλλ’ ὅσα χρήσιμα». Ἀποδεχόμαστε ὅτι εἶναι χρήσιμο.
Κατὰ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, «οἱ πολλοὶ τῶν Χριστιανῶν διαπτύουσιν ὡς ἐπίβουλον καὶ σφαλερᾶν…κακῶς εἰδότες» καὶ καταλήγει «οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν». Σ’ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα γίνεται μιὰ προσπάθεια καταπολέμησης τῶν ἀντιδράσεων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔβλεπαν ἀρνητικὰ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ἐπειδὴ δὲν τὴν γνώρισαν σωστά. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ σήμερα οἱ νέο-εἰδωλολάτρες κατηγοροῦν τὸν Χριστιανισμό, ἐπειδὴ τὸν γνώρισαν ἀποσπασματικὰ καὶ μεροληπτικά.

Ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τὴν παιδεία ὡς «μετάληψις ἁγιότητος» καὶ συνεχίζει «τὸν δὲ παιδεύοντα οὐ διὰ ρημάτων μόνον ἀλλὰ διὰ πραγμάτων παιδεύειν χρῆ». Δηλαδή, ὄχι μόνο θεωρητικὰ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται κάποιος, ἀλλὰ καὶ μὲ ὑπόδειγμα ζωῆς. Πρέπει νὰ φεύγει ἀπὸ τὴ θεωρία καὶ νὰ ὁδηγεῖται στὴ πράξη, ὥστε ἡ παιδεία νὰ λάβει σάρκα καὶ ὀστᾶ.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, προγύμναση εἶναι «τοὶς ἔξω προτελεσθέντες καὶ κατόπιν ἀπορρήτων ἐπακουσόμεθα παιδευμάτων». Τὴν βλέπει ὡς ἕνα στάδιο προετοιμασίας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο.

Ἡ κατάργηση τῆς ἐκμάθησης τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπὸ τὰ σχολεῖα ἐξυπηρετεῖ ὕπουλες, ὑστερόβουλες καὶ μακροχρόνιες σκοπιμότητες. Κάποιες σκοτεινὲς δυνάμεις ἀφοῦ δὲν μποροῦν νὰ κυνηγήσουν καὶ νὰ πλήξουν τοὺς Χριστιανούς, θὰ πλήξουν τὴν νέα γενιὰ καὶ τὶς ἑπόμενες, προσφέροντας ἀμορφωσιὰ καὶ μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο. Πῶς; Ἀφαιρώντας τοὺς τὸ δικαίωμα μάθησης τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, τὴν γλώσσα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν προγόνων τους. Μὲ συνέπεια; Ἀδυναμία μελέτης τοῦ Εὐαγγελίου, λόγω ἄγνοιας τῆς γλώσσας. Μὲ τραγικὸ ἀποτέλεσμα; Μελέτη ἀπὸ μεταποιημένα κείμενα κατὰ τὸ δοκοῦν.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, «…παιδεία εἶναι ἀγαθὸ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐμεῖς ὅμως παραδεχθήκαμε ὅτι εἶναι χρήσιμο, ἐνῶ ἀποκρούσαμε κάθε τι ποὺ ὁδηγεῖ στὴν εἰδωλολατρεία. Λοιπόν, δὲν πρέπει νὰ περιφρονοῦμε τὴν παιδεία, ἐπειδὴ μία τέτοια περιφρόνηση φαίνεται καλὴ σὲ μερικούς. Ἀντίθετα πρέπει νὰ θεωροῦμε ἀμαθεῖς καὶ ἀμόρφωτους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν ἀντίληψη…»

Ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη ἔγινε μιὰ προσπάθεια ν’ ἀπομονωθοῦν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὴ γνώση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἀπευθύνεται μόνο σὲ εἰδωλολάτρες καὶ ἄρα οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἶχαν τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ τὴν διδάσκονται, οὔτε νὰ τὴν διδάσκουν. Ξέχασε ὁ Ἰουλιανὸς ὅτι οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι τῆς ἀρχαιότητας ἀμφισβήτησαν τὰ εἴδωλα καὶ ὅπως ὁ Σωκράτης θυσιάστηκε γι αὐτή του τὴν ἀμφισβήτηση.

Ἀπαντώντας στὸν Ἰουλιανὸ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔγραψε: «Πῶς ἐννοεῖς καὶ πῶς ἀντιλαμβάνεσαι τὸν ἑλληνισμό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ παιδεία;» Τότε ἀπὸ τὴν παιδεία ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθοῦν καὶ οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ποὺ ὅπως ἀναφέραμε ἀμφισβήτησαν τὰ εἴδωλα. Ἂς φανταστοῦμε μία ἑλληνικὴ παιδεία χωρὶς Σωκράτη καὶ Πλάτωνα, γὶ αὐτὸ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συνεχίζει λέγοντας: «Δική μου εἶναι ἡ δύναμη τῆς παιδείας καὶ ὅσων ἀγαπῶ. Αὐτὴν ἀσπάστηκα καὶ ἀσπάζομαι ὡς πρώτη μετὰ τὸν Πρῶτο».

Ἡ τρυφερὴ ψυχὴ τοῦ ἄγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἀγάπησε βαθειὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸν πολιτισμό της, τὴν σοφία της καὶ μάλιστα αὐτὴ τὴν σοφία τῶν Ἑλλήνων, ποὺ τοὺς ὁδήγησε στὸν Χριστὸ χωρὶς διωγμοὺς καὶ ἐπιβολές, ὅπως προσπάθησαν νὰ μεταστρέψουν τοὺς Χριστιανοὺς οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες, ἐξαπολύοντας ἀπηνεῖς διωγμούς. Αὐτὸ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ τὸ ἐκφράσει μὲ τὰ παρακάτω λόγια: Ἑλλάδα μου, ἀγαπημένη, ὅπου πέρασα τή νεότητά μου καί ὅσα μέ συγκροτοῦν καί σῶμα μου, σᾶς ἀγαπῶ, διότι προθύμως δοθήκατε στόν Χριστό».

Πραγματικὰ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀφιέρωσε πολὺ χρόνο στὴ μελέτη τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καὶ στὰ ποιήματά του «Ἱστορικὰ Ἔπη», σημειώνει τὰ ἑξῆς: «Μόχθησα καὶ ἀφιέρωσα πολὺ κόπο καὶ χρόνο, μάζεψα πολλὴ σοφία ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη Ἀνατολή, Δύση, Ἀθήνα. Ὅμως ὅλη αὐτὴ τὴ σοφία τὴν ἔθεσα στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ.

Ο Μ. Βασίλειος ἀναφέρει τὰ παραδείγματα τοῦ Μωυσῆ ποὺ γνώρισε τὴν παιδεία τῶν Αἰγυπτίων καὶ τοῦ Δανιὴλ ποὺ ἦρθε σ’ ἐπαφὴ μὲ τὴ χαλδαϊκῆ σοφία. Οἱ γνώσεις αὐτὲς τοὺς βοήθησαν νὰ κατανοήσουν περισσότερο τὴ Θεία Σοφία.

Ὅπως ἀναφέραμε οἱ Πατέρες ἐντρύφησαν στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ παιδεία ὡς μέλισσες. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζει ὁ Μ. Βασίλειος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὰ ἀνήψια του, ἀλλὰ καὶ γενικότερα πρὸς ὅλους τοὺς νέους: «Μὴ πάσιν ἐφεξῆς προσέχειν». Δηλαδή, δὲν πρέπει νὰ δίνουμε προσοχὴ σ’ ὅλα τὰ διδάγματα. Ὅταν διηγοῦνται πράξεις ἢ λόγια ἀγαθῶν ἀνδρῶν, πρέπει νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε καὶ νὰ τοὺς θαυμάζουμε, προσπαθώντας νὰ τοὺς μοιάσουμε. Ὅταν ὅμως εἰκονίζουν πονηροὺς καὶ κακοήθεις ἀνθρώπους, πρέπει νὰ τοὺς ἀποφεύγουμε.

Μάλιστα γιὰ νὰ δείξει στοὺς νέους ὁ Μ. Βασίλειος, ὅτι καὶ σπουδαία πρόσωπα τῆς ἀρχαιότητας πλησίασαν τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, χωρὶς νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό, ἀναφέρει μερικὰ παραδείγματα.

  • Λόγια τοῦ Σόλωνα πρὸς τοὺς πλουσίους: «Πλούτου δ’ οὐδὲν τέρμα». Ἡ ἱκανοποίηση τοῦ πλούτου δὲν ἔχει τέλος. Ἐμεῖς δὲν θ’ ἀνταλλάξουμε τὴν ἀρετή μας μὲ τὸν πλοῦτο

  • Γνωμικὸ τοῦ Θεόγνη: Ὁ Θεὸς δίνει τὸν πλοῦτο, δὲν εἶναι δικός σου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι πλούσιος, οὔτε τὸ εὔχομαι. Εἴθε νὰ μπορῶ νὰ ζῶ μὲ τὰ λίγα, χωρὶς νὰ ἔχω κανένα κακό.

  • Ποίημα Ἡσίοδου «Ἔργα καὶ Ἡμέραι»:
    • τὴν κακότητα τὴν παίρνεις εὔκολα καὶ μονομιᾶς
    • ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ εἶναι στρωμένος καὶ κοντὰ
    • μὰ στὴν ἀρετὴ ἱδρώτα ἔβαλαν οἱ θεοὶ μπροστὰ
    • μακρὺ τὸ μονοπάτι καὶ ἀνηφορικό, μὰ εἶναι τίμιο μόλο ποὺ εἶναι δύσβατο
      Λόγια που θυμίζουν Ματθαῖο: «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης»[2]

  • Πρόδικος ὁ Κεῖος: Σοφιστὴς στὸν ὁποῖο ἀποδίδεται ἡ περίφημη ἀφήγηση γιὰ τὸν Ἡρακλῆ στὸ δίστρατο, ὅπου πραγματοποιήθηκε ὁ διάλογος τοῦ τελευταίου μὲ τὴν Ἀρετὴ καὶ τὴν Κακία.

  • Ὅμηρος: Ὁλόκληρη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου εἶναι ἕνας ὕμνος τῆς ἀρετῆς, «ἀρετῆς ἔστιν ἔπαινος» καὶ ὅλα του τὰ λεγόμενα σ’ αὐτὸ ἀποβλέπουν.

  • Βιάντας: Εἶπε στὸ γιό του ποὺ ἀναχωροῦσε γιὰ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν ρώτησε ποιὰ πράξη θὰ τὸν εὐχαριστοῦσε. Ἂν γίνεις ἐνάρετος.

  • Αἰσχύλος: «οὐ γὰρ δοκεὶν ἄριστος ἀλλ’ εἶναι θέλει»

  • Πυθαγόρας: «Νὰ μὴν προσευχόμαστε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἐπειδὴ δὲν ξέρουμε ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον μας», «Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποσπάστηκε εἶναι ἀθάνατο», «Δὲν πρέπει στὸ Θεὸ νὰ ἀπονέμονται οἱ ἴδιες τιμὲς μὲ τοὺς ἥρωες».

  • Περικλῆς: Ἕνας ἀγοραῖος ἄνθρωπος ἔβριζε ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν Περικλῆ, ἐνῶ αὐτὸς ἔμενε ἀδιάφορος. Ὅταν πιὰ βράδιασε καὶ σκοτείνιασε καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐπιτέλους ἀπομακρυνόταν, ὁ Περικλῆς, πιστὸς στὴν ἄσκηση τῆς φιλοσοφίας, διέταξε νὰ φωτίσουν τὸν δρόμο του.
    Τὸ ἀνωτέρω θυμίζει Εὐαγγέλιο: «εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοὶς μισούσιν ἠμᾶς…»[3]

  • Σωκράτης: Κάποιος ἔπεσε πάνω στὸ Σωκράτη καὶ  τὸν κτυποῦσε στὸ πρόσωπο ἀλύπητα. Ὁ Σωκράτης δὲν ἀντέδρασε. Ὅταν σταμάτησε ὁ Σωκράτης τὸ μόνο ποὺ ἔκανε ἦταν νὰ κρεμάσει μιὰ πινακίδα στὸ λαιμό του μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «ὁ τάδε τὸ ἔκανε», χωρὶς νὰ τὸν κατονομάσει, ὅπως θέτουν στοὺς ἀνδριάντες τὸ ὄνομα τοῦ τεχνίτη. Αὐτὸ ἦταν ἡ μόνη του ἐκδίκηση. Σὲ τί διαφέρει ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Σωκράτη ἀπὸ τὸ Εὐαγγελικὸ «ὅστις σὲ ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῶ καὶ τὴν ἄλλην»;

  • Ἀλέξανδρος: Μετὰ τὴ μάχη τῶν Γαυγαμήλων καὶ τὴ φυγὴ τοῦ Δαρείου ὁ Ἀλέξανδρος συνέλαβε αἰχμάλωτες τὴ σύζυγο καὶ τὶς κόρες τοῦ Δαρείου. Ἂν καὶ θαυμαστής, καθὼς μαρτυροῦν, τῆς γυναικείας ὀμορφιᾶς, οὔτε νὰ τὶς κοιτάξει ἔκρινε σωστό, ἐπειδὴ νόμιζε πὼς εἶναι ντροπὴ γιὰ τὸν νικητὴ τῶν ἀντρῶν, νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Σάν καὶ εἶχε ὑπόψη του ὁ Ἀλέξανδρος αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τὴ καρδία αὐτοῦ»

  • Κλεινίας ὁ πυθαγόρειος: Πρὸς ἀποφυγὴν ἑνὸς προστίμου τριῶν ταλάντων μποροῦσε νὰ ὁρκιστεῖ, ἐν τούτοις δὲν ὁρκίστηκε, ἀλλὰ προτίμησε νὰ πληρώσει μολονότι ὁ ὅρκος του θὰ ἦταν ἀληθινός. Σὰν νὰ ἄκουσε τὸ παράγγελμα τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμὶν μὴ ὁμόσαι ὅλως».

  • Πιττακὸς ὁ Μυτιληναῖος: «χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι», δηλαδή, εἶναι δύσκολο νὰ εἶναι κανεὶς ἀγαθός. Χρειάζεται ἀδιάκοπος ἀγώνας καὶ μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ τὸ πετύχει.

  • Πλάτων: Τόσο ὁ Πλάτων ποὺ θεωρεῖ τὸ σῶμα κατοικητήριο τῆς ψυχῆς καὶ ὑποδεέστερό της, ὅσο καὶ ὁ Παῦλος ποὺ τὸ θεωρεῖ ναὸ τοῦ «ἐν ἠμίν» Ἁγίου Πνεύματος καὶ τοῦ «ζῶντος Θεοῦ» συμβουλεύουν τὴ μέτρια διατροφή του, γιατί ἔτσι θὰ ἀποφεύγονται σοβαρὲς συνέπειες γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ καταστέλλονται οἱ σαρκικὲς ἡδονές.
Μέσα ἀπ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμὲς γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψης δὲν ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου ἀρνητικὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ἀλλὰ ἐπιλεκτικὰ ἡ Ἐκκλησία κράτησε ὅτι ὀρθό, ὅτι ὄμορφο καὶ ὑψηλὸ εἶχε νὰ προσφέρει στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ἀντιστοίχως παραδείγματα Πατέρων ποὺ ἐντρύφησαν στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς ὑπάρχουν πολλά, ὅπως ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἄγ. Εὐστάθιος Θέσ/κής, ὁ ἄγ. Ἰουστίνος, ὁ ἄγ. Νεῖλος Καβάσιλας, κ.ἅ.

Ἐν ὀλίγοις, ἕνα εἶναι προφανές, ἂν σώθηκε τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πνεῦμα, σώθηκε γιατί ἀγκάλιασε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν διδασκαλία Του.

Τέλος, ἕνας ἀπὸ τοὺς νεότερους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἄγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (1714 -1779), μᾶς συμβουλεύει:

«Νὰ σπουδάζετε τὰ παιδιά σας, νὰ μαθαίνουν ἑλληνικά. Διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τὴν ἑλληνικήν. Καὶ τὸ γένος μας εἶναι ἑλληνικόν. Κι ἂν δὲν σπουδάσεις Ἑλληνικά, ἀδελφέ μου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλάβεις ἐκεῖνα ποὺ ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καλύτερα, ἀδελφέ μου, νὰ ἔχεις ἑλληνικὸν σχολεῖον εἰς τὴν χῶραν σου, παρὰ νὰ ἔχεις βρύσες καὶ ποτάμια».



[1] Ὁ καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Τυπάλδος εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς τῆς Χάλκης
[2] Ματθαῖος 7:13-14
[3] Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

3/3 Παραδείγματα Αγίων


Έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο τον ρόλο που διαδραματίζουν οι άγιοι στη ζωή της Εκκλησίας μας. Στο παρόν θα αναφερθούμε σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο Απ. Παύλος. Είναι από τους κορυφαίους Αποστόλους. Παρότι ο ίδιος δεν γνώρισε τον Χριστό όσο βρισκόταν επί γης, το σύνολο της διδασκαλίας του έγινε αποδεκτό από την συνείδηση της Εκκλησίας και θεωρείται θεόπνευστο, γιατί ομολογεί και επεξηγεί την διδασκαλία του Χριστού. Πολλά όμως απ’ αυτά που μας παραδίδει, δεν τα έχει αναφέρει ούτε ο ίδιος ο Χριστός. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει: «δι’ οὗ (τοῦ Παύλου) τὰ μεγάλα καὶ ἀπόρρητα ὁ Χριστὸς ἐλάλησε, καὶ μείζονα, ἢ δι’ ἑαυτοῦ». Πώς όμως ο Απ. Παύλος τα γνώριζε; Δι’ αποκαλύψεως, από τον ίδιο τον Χριστό.

Με τις επιστολές του Απ. Παύλου ασχολείται επισταμένως εκτός από τον ιερό Χρυσόστομο και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Σημειώνει την μεγάλη αξία των επιστολών στη ζωή της Εκκλησίας, γράφοντας «συγκροτούσιν ὅλον τὸ Χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς τοῦ Χριστοῦ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας»  και συνεχίζει αναφέροντας λεπτομερώς ποιες διδασκαλίες του Αποστόλου ειπώθηκαν μόνον από τον ίδιο. Π.χ. 

1.      Ο Απόστολος αποκαλύπτει ότι οι άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα» και μας γνωστοποιεί τα ονόματα των αγγελικών ταγμάτων. Αυτές τις αποκαλύψεις ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τις χαρακτηρίζει «τοῦ νοητοῦ κόσμου ἡ ἀποκάλυψις», δηλαδή ότι μας γνωστοποιεί τα του νοητού κόσμου.

2.      Η σύνδεση της περιτομής του Χριστού με το βάπτισμα,  με την ταφή Του και την Ανάσταση, είναι έργο του Απ. Παύλου.

3.      Η διδασκαλία ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού, ο δε Χριστός Κεφαλή της Εκκλησίας, επίσης είναι πρωτότυπη διδασκαλία του.

4.      Μας αποκαλύπτει τον τρόπο που θα γίνει η ανάσταση των νεκρών και την κατάσταση των αναστημένων σωμάτων.

Αυτά που μας αποκαλύπτει ο Απ. Παύλος δεν είναι προσωπικοί στοχασμοί του, αλλά επειδή ενώθηκε με τον Χριστό, έλαβε Αποκαλύψεις απ’ Αυτόν. Γι’ αυτό επεξηγεί: «Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἐστι κατὰ ἄνθρωπον. οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. α΄,11-12). Είναι τόσο βέβαιος για την εγκυρότητα των λόγων του, ώστε γράφει: «Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. α΄,8). 

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ο Μ. Αθανάσιος. Τους αιρετικούς τής εποχής του, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως ο Ιησούς ήταν κατώτερος από τον Πατέρα, αντέτεινε λέγοντας ότι ο Χριστός είναι ομοούσιος τῷ Πατρὶ. Κατηγορήθηκε ότι ο όρος αυτός δεν υπάρχει πουθενά μέσα στην Αγία Γραφή. Παρόλα αυτά όμως θεωρήθηκε θεόπνευστη και ορθή αυτή η διατύπωσή του.

Επίσης βαρυσήμαντη ήταν η προσφορά του στη διαμόρφωση του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Στην 39η επιστολή του ορίζει τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Είναι τόσο σίγουρος για τα βιβλία που προτείνει, ώστε γράφει: «Μέλλων δὲ τούτων μνημονεύειν … ἔδοξε κάμοί προτραπέντι παρὰ γνησίων ἀδελφῶν καὶ μαθόντι ἄνωθεν ἑξῆς ἐκθέσθαι τὰ κανονιζόμενα»[1]. Εντυπωσιάζει η βεβαιότητα του αγίου που απορρέει από το «μαθόντι ἄνωθεν» και από το «καθὼς παρέδωκαν τοῖς πατράσιν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ Λόγου». Αυτή η πεποίθηση εδρεύει στην αποκάλυψη που δέχθηκε από τον Χριστό, αλλά και στην προηγούμενή του πατερική διδασκαλία.

Τρίτο παράδειγμα ο Μ. Βασίλειος. Στην εποχή του πολλοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν πως ο Θεός είναι ΕΝΑΣ, αλλά ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ. Ο άγιος διευκρινίζει τους όρους «υπόστασις», «πρόσωπον» και «ουσία» και έτσι μας παραδίδεται η διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος.

Τέταρτο παράδειγμα είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος διεκήρυξε ότι το Άγιον Πνεύμα είναι ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό, διδασκαλία που δεν αποσαφηνίζεται στην Αγία Γραφή.

Πέμπτο παράδειγμα είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τον 14ο αιώνα γίνονταν συζητήσεις περί των ενεργειών του Θεού, αν είναι κτιστές ή άκτιστες, αν το Φως της Μεταμορφώσεως είναι άκτιστο ή κτιστό, αν υπάρχει διαίρεσις ουσίας και ενέργειας του Θεού. Στις εμπειρικές θεολογικές ερμηνείες τού αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, οι αντίπαλοί του προσπάθησαν να δώσουν γνωσιολογικές ερμηνείες. Υπήρξαν τότε πολλοί, όπως και τώρα, που δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν τις διδαχές του αγίου. Ο άγιος όμως, όντας ανωτέρας πνευματικής στάθμης θεολόγος, ζούσε και γευόταν αυτά που δίδασκε. Γι’ αυτόν ήταν όλα ξεκάθαρα και ευνόητα. Είχε γίνει αποδέκτης του Άκτιστου Φωτός, που τον καθοδηγούσε «εἰς πᾶσαν ἀλήθειαν».

Από τα ανωτέρω ελάχιστα παραδείγματα ελπίζουμε να έγινε σαφής και κατανοητός ο ρόλος των αγίων στην ζωή της Εκκλησίας μας. Οι άγιοι ζώντας οργανικά εντός της Εκκλησίας και φωτιζόμενοι από το Πανάγιο Πνεύμα, δέχονται την Αποκάλυψη και έπειτα την εκφράζουν και την διδάσκουν αυθεντικά. Το Άγιον Πνεύμα σε κάθε εποχή αναδεικνύει αγίους και τους καθιστά φορείς της Αποκαλύψεως, τονίζει ο Απ. Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του, όπου επαναλαμβάνει την προφητεία του Ιερεμία: «ὅτι αὔτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τάς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει ὁ Κύριος. διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν» (Εβρ. 8, 10).

Οι άγιοι είναι θεόπνευστοι και απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας. Με τις διδαχές τους δεν αναιρούν την Αγία Γραφή, αλλά την συμπληρώνουν, επεξηγώντας την. Είναι οι συνεχιστές της Πεντηκοστής μέχρι την συντέλεια του κόσμου.


[1] Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου σελ. 583-584