Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Άγιοι στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι Άγιοι στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

2/3 Οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Άγιοι


Η αλήθεια είναι δυνατόν να εκφραστεί από λίγους αγίους, δηλαδή την μειοψηφία και όχι από την πλειοψηφία των μελών, μιας οικουμενικής συνόδου. Μπορεί η αλήθεια να διατυπωθεί και άνευ συνόδου, π.χ. όσα μας αποκαλύπτει ο Απ. Παύλος στις επιστολές του, έγιναν αποδεκτά από την συνείδηση της Εκκλησίας χωρίς οικουμενική σύνοδο. 

Η γνησιότητα και η ορθοδοξία των συνόδων δεν στηρίχθηκε στο πλήθος των συμμετεχόντων μελών, αλλά στους αγίους που καθόριζαν την γραμμή τους. Μία πολυάριθμη σύνοδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ληστρική και αντορθόδοξη (όπως και συνέβη), γιατί η θεολογία της δεν επηρεάστηκε από τους αγίους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ληστρική σύνοδος της Δρυός, που εκδίωξε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Το πλήθος των επισκόπων δεν επιλύει πάντοτε ένα ζήτημα, όχι ότι και αυτό δεν συμβαίνει, αλλά συνήθως επηρεάζεται από την αυθεντική πίστη των μετεχόντων αγίων.

Η σύγκληση οικουμενικών συνόδων είναι μια μέθοδος επίλυσης προβλημάτων, όχι όμως και η μοναδική. Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτονται οι σύνοδοι, απλώς η θεοπνευστία των συνόδων αυτών γίνεται αποδεκτή από την συνείδηση της Εκκλησίας μόνον όταν εκφράζουν την αλήθεια, όπως αυτή μας παραδόθηκε. Οι σύνοδοι μπορούν να διατυπώσουν και να ερμηνεύσουν την Αγία Γραφή, ποτέ όμως το αντίστροφο. Σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «ὅθεν  καὶ παρὰ πάντων, οὐχὶ ἡ θεία Γραφή, ἀλλ’ ἡ Οἰκουμενικὴ σύνοδος ἀνακηρύττεται ὁ ἔσχατος κριτὴς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων»[1]. Οι προτεστάντες που διατήρησαν την Αγία Γραφή, αλλά απέρριψαν τις συνόδους και την παράδοση της Εκκλησίας μας, οδηγήθηκαν σε λάθος ερμηνείες, που είναι αιρετικές για την Ορθοδοξία.

Απορίας άξιον είναι πώς τα πρώτα χριστιανικά χρόνια που η Εκκλησία λειτουργούσε χωρίς συνόδους, ερμηνευόταν η Αγία Γραφή; Τότε εκφραζόταν η αλήθεια από τους Πατέρες των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Όταν ανέκυψαν αιρετικές δοξασίες, η Εκκλησία αποφάνθηκε πατερικώς και συνοδικώς. Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν αιρετικές διδασκαλίες, δεν θα ήταν απαραίτητη η σύγκλιση συνόδων. Η αλήθεια όμως θα συνέχιζε να εκφράζεται μέσω των αγίων. Ούτως ή άλλως οι σύνοδοι, όπως αναφέρθηκε, στηρίχθηκαν στην πατερική διδασκαλία. Αυτό θα γίνει κατανοητό αν ανατρέξουμε στις αποφάσεις των συνόδων.

Η Α΄ οικουμενική σύνοδος στηρίχθηκε στην θεολογία του Μ. Αθανασίου. Η Β΄ στην θεολογία του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Γρηγορίου Νύσσης. Στην Γ΄ οικουμενική σύνοδο τον σημαντικότερο ρόλο διαδραμάτισε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αυτό συνέβαινε σ’ όλες τις συνόδους έως και την Ζ΄ όπου επεκράτησε η θεολογία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Αργότερα οι σύνοδοι του 1341, 1347, 1351 στηρίχθηκαν στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Τοιουτοτρόπως κατανοείται η απλανής διδασκαλία των αγίων πριν και μετά τις συνόδους. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» μνημονεύονται όλοι αυτοί οι άγιοι, που με την θεοπνευστία τους καθοδήγησαν ορθά την Εκκλησία: «Γρηγορίου τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης … καὶ δὴ τοὺς θεολόγους ἐξηγητὰς (τῶν γραφῶν) τούτων ἀνακηρύξαντος, Ἀθανάσιον φημὶ καὶ Βασίλειον, Γρηγόριον καὶ Ἰωάννη τὸν Χρυσορρήμονα, Κύριλλόν τε πρὸς τούτοις καὶ Μάξιμον τὸν σοφὸν καὶ τὸν ἐν Δαμασκοὺ Θεορρήμονα … αἰωνίᾳ ἡ μνήμη»[2]. 

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας έχοντας συνειδητοποιήσει ότι οι άγιοι Πατέρες καθοδηγούνται από το Άγιον Πνεύμα και αυτοί με την σειρά τους νουθετούν τις συνόδους, γράφει προς τον Ιωάννη Αντιοχείας, ο οποίος δυσκολευόταν να κατανοήσει την ορθόδοξη διδασκαλία της Εκκλησίας: «…μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου. οὐ γὰρ ἦσαν αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς …»[3]. Η ίδια θέση προβάλλεται και στις αποφάσεις της Α΄ οικουμενικής συνόδου, που επισημαίνει «…τὴν δὲ ἀπλανῆ, τῶν Πατέρων ἀνανεωσάμενοι πίστιν…»[4]. Υπάρχει δηλαδή, η βεβαιότητα στη σύνοδο ότι ακολουθούν την διδασκαλία των προηγουμέων αγίων πατέρων, γι αυτό και συνεχίζουν τονίζοντας «Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις Πατράσιν…»[5]. 

Κατ’ αυτό τον τρόπο εκφράζονται στις αποφάσεις τους όλες οι σύνοδοι. Και ενώ θα μπορούσαν να αναφέρουν μόνο ότι ακολουθούν τις προηγούμενες συνόδους, εν τούτοις τονίζουν πάντοτε τους Πατέρες που τις καθοδήγησαν. Ειδοποιός είναι ο όρος «πίστεως» της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που αναφέρει: «Ἑπομένη τε ταῖς τε ἁγίαις καὶ οἰκουμενικαῖς πέντε Συνόδους καὶ τοῖς ἁγίοις καὶ ἐγκρίτοις Πατράσι καὶ συμφώνως ὁρίζουσα ὁμολογεῖ…»[6].

Εκ των ανωτέρω θεωρούμε πως έγινε κατανοητός ο ρόλος των αγίων στην ζωή της Εκκλησίας μας. Προηγήθηκε η θέωση των αγίων Πατέρων, οι οποίοι συμμετέχοντας σε οικουμενικές συνόδους εξέφραζαν την θεοπνευστία τους. Αυτούς ακολουθούντες και εμείς θα είμαστε σίγουροι για την ορθότητα της πίστεώς μας.

(Συνεχίζεται…)


[1] Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου 1970, σελ.120
[2] Ι. Ρωμμανίδου, Κείμενα δογματικής και συμβολικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εκδ. Πουρναρά, Θεσ/κη 1972, σελ.340
[3] Ένθα ανωτέρω σελ.40
[4] Ένθα ανωτέρω σελ.42
[5] Ένθα ανωτέρω σελ.45
[6] Ένθα ανωτέρω σελ.80

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

1/3 Οι Άγιοι στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Πριν αναλύσουμε τον ρόλο των αγίων στη ζωή της Εκκλησίας μας, πρέπει πρώτα να αναθυμηθούμε τι είναι Εκκλησία. Πολλοί λανθασμένα πιστεύουν, πιθανώς από δυτικές επιρροές, πως είναι ένα πνευματικό καθίδρυμα ή ένας οργανισμός ή και θεσμός, όπως πολλές φορές ακούγεται. Σύμφωνα όμως με τον Απ. Παύλο, η Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού και οι πιστοί είναι μέλη αυτού του Σώματος. «Ὑμεῖς δὲ ἔστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 27).

Επεξηγώντας τούτο το λόγο του Απ. Παύλου και διευκρινίζοντας ποιοί άνθρωποι θεωρούνται μέλη του Σώματος του Χριστού, ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέει ότι χριστιανοί είναι οι βαπτισμένοι και οι έχοντες βαθειά πίστη, ζώντας οργανικά ενωμένοι με την Κεφαλή (τον Χριστό), μετέχοντας στα μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτοί και μόνον αυτοί μπορούν να φθάσουν στη θέωση. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας είναι τα γνήσια μέλη του Σώματος του Χριστού, που έφθασαν στη θέωση και χαριτώθηκαν με θείες αποκαλύψεις, τέτοιες που ούτε ο ίδιος ο Χριστός δεν μάς αποκάλυψε. Και δεν το έπραξε, γιατί ήθελε και τα μέλη του Σώματός Του να τύχουν τέτοιας δωρεάς. Εδώ πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι οι άγιοι δεν ήταν αναμάρτητοι, αλλά απόλυτοι γνώστες της αμαρτωλότητας τους.

Οι άγιοι λοιπόν έφθασαν στη θέωση, έγιναν φορείς της θείας αποκαλύψεως και οι γνήσιοι εκφραστές του θείου θελήματος, το οποίο δηλώθηκε από τους ίδιους, χωρίς κάποιες φορές να προϋπάρχει αντίστοιχη βιβλική διδασκαλία.

Άγιοι γράφουν τα Ευαγγέλια, άγιοι καθορίζουν τον κανόνα της Αγίας Γραφής, άγιοι ερμηνεύουν και επεξηγούν τα νοήματα του Ευαγγελίου, άγιοι καθορίζουν ποιά διδασκαλία εκφράζει την θέληση του Χριστού και ποιά όχι. Απόρριψη των αγίων όπως π.χ. κάνουν οι προτεστάντες είναι και απόρριψη του θείου θελήματος, δηλαδή άρνηση του Χριστού.

Άγιοι δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν στην Εκκλησία. Εφόσον η Εκκλησία είναι ο ζωντανός θεανθρώπινος οργανισμός, που εμπνέεται και καθοδηγείται από τον Χριστό, που είναι η Κεφαλή της και κατευθύνεται από το Άγιο Πνεύμα, δεν πεθαίνει ποτέ. Άρα πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν άγιοι, εφόσον σκοπός της Εκκλησίας είναι ο αγιασμός των πιστών. Πολύ εκφραστικά, τούτο το αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του. «Καὶ αὐτὸς  (ο Χριστός) ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν, οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφεσ. δ΄, 11-13).

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι άγιοι καθοδηγούν τους πιστούς στον ορθό δρόμο. Γι’ αυτό όταν οι αγιορείτες πατέρες, έχοντας συνείδηση τούτου του σκοπού και ζώντας την ίδια εμπειρία με τους προ αυτών πατέρες, έγραφαν στον αγιορείτικο τόμο, ο οποίος σαφώς εκφράζει την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν. ταῦτα παρὰ τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβομεν. ταῦτα διὰ τῆς μικρὰς ἔγνωμεν πείρας» (Φιλοκαλία εκδ. Παπαδημητρίου τόμος Δ΄, σελ. 192). Δηλαδή, η εμπειρία των Προφητών, των Αποστόλων, των Αγίων, των Πατέρων μπορεί να γίνει κτήμα του κάθε πιστού, που φθάνει σε κάποιο βαθμό καθάρσεως.

Η Εκκλησία είναι πάντα νέα και δυναμική. Οι πιστοί δεν παραλαμβάνουμε την Παράδοση αυτή εξωτερικά (π.χ. διαβάζοντας τα κείμενα των αγίων), αλλά μυστηριακά δια της ενώσεως μας με τον Χριστό και της μεθέξεως μας στο Άγιον Πνεύμα. Οι άγιοι που ενώθηκαν με τον Χριστό είναι οι φορείς της Παραδόσεως και οι εκφραστές της αλήθειας, όπως αυτή εκφράστηκε στις οικουμενικές συνόδους.

(Συνεχίζεται…)