Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία

Εἶναι πολὺ δύσκολο σ’ ἕνα ἄρθρο νὰ περιγραφεῖ τὸ μεγαλειῶδες ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Πῶς ἀντιμετώπισαν τὴ ζωή, τὴν φιλοσοφία, τὸν πολιτισμὸ καὶ πῶς κατάφεραν νὰ ζωντανέψουν τὴν ἑλληνικὴ σκέψη μπολιάζοντας την μὲ τὴ χριστιανικὴ σοφία. Πρῶτα ὅμως θὰ κάνουμε μία μικρὴ ἀναδρομὴ στὴ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τους.

Ἡ ἑορτὴ καθιερώθηκε ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἰωάννη Εὐχαΐτων (Μαυρόπους) τὸ 1081 ἐπὶ αὐτοκράτορος Ἀλεξίου τοῦ Α΄. Ἀρκετὰ ἀργότερα ὅταν ἱδρύεται ἡ Ἰόνιος Ἀκαδημία ἀπὸ τὸν καθηγητὴ Κωνσταντῖνο Τυπάλδος[1] καὶ τὸν φιλέλληνα βαπτισμένο ὀρθόδοξο Δημήτριο Φρειδερίκο Γκίλφορτ, θέτουν τὴν ἀκαδημία ὑπὸ τὴν προστασία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ὡς ἁγίων τῶν γραμμάτων καὶ τῆς παιδείας.
Τὸ 1842 τὸ πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καθιερώνει τὴν ἑορτὴ καὶ στὴν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα.

Τὸ γιατί καθιερώθηκαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι ὡς προστάτες τῶν γραμμάτων εἶναι προφανές, διότι αὐτὰ τὰ μεγάλα πνεύματα, αὐτοὶ οἱ γίγαντες τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς θεολογίας, διδάχθηκαν τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀλλὰ προσέλαβαν ὡς μέλισσες ὅτι ὑψηλότερο διέθετε. Μπόλιασαν μέσα της τὸ θεῖο λόγο καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Τὴν προσέφεραν στὸν κόσμο καθαρή, λαμπερή, ὅπως ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε παγανιστικὸ στοιχεῖο.

Οὕτως ἢ ἄλλως οἱ μεγάλοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ἀμφισβήτησαν τὰ εἴδωλα καὶ ἔθεσαν βασικὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ ἀνησυχίες περὶ δημιουργίας τοῦ κόσμου. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν πρόλαβαν νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστὸ καὶ νὰ πάρουν τὶς ὀρθὲς ἀπαντήσεις, ἀνέπτυσσαν διάφορες θεωρίες μὲ σκοπὸ νὰ προσεγγίσουν τὴν ἀλήθεια. Ὅμως, ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια θὰ ἀποκαλυφθεῖ ἀργότερα μὲ τὸ λόγο τοῦ Εὐαγγελίου.

Ἡ ἑλληνικὴ σκέψη ἦταν ὑπὲρ τοῦ «κατὰ κόσμον ζῆν», δηλαδὴ νὰ ζεῖς σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ κόσμου. Ἡ χριστιανικὴ σκέψη ὅμως στρέφεται ὑπὲρ τοῦ «κατὰ Χριστὸν ζῆν». Γι αὐτὸ οἱ Πατέρες στρέφουν τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα ἀπὸ τὰ γήινα στὰ ἐπουράνια, στὰ ὑψηλότερα, στὰ θεία.

Θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἀναφέρουμε μερικὲς ἀπὸ τὶς σκέψεις τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀγκάλιασαν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἀλλὰ ὅπως ἀναφέρθηκε «δίκην μελισσῶν».
Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε καὶ ποιητὲς καὶ ρήτορες καὶ πεζογράφους ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία καὶ τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ὠφέλιμο.
Κατὰ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, «τὴν μάθησιν τῶν παρ’ Ἕλλησι λόγων ὑπηρετεῖσθαι τόσον, ὡς ἔστι πρέπον». Δηλαδή, νὰ διατηροῦμε τὸ μέτρο και τὴν χρυσὴ τομὴ στὴ γνώση που προσφέρει ἡ ἑλληνικὴ παιδεία.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, «οὐ πάντα παραδεκτὸν ἠμὶν ἀλλ’ ὅσα χρήσιμα». Ἀποδεχόμαστε ὅτι εἶναι χρήσιμο.
Κατὰ τὸν ἄγ. Γρηγόριο τὸν Θεολόγο, «οἱ πολλοὶ τῶν Χριστιανῶν διαπτύουσιν ὡς ἐπίβουλον καὶ σφαλερᾶν…κακῶς εἰδότες» καὶ καταλήγει «οὔκουν ἀτιμαστέον τὴν παίδευσιν». Σ’ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα γίνεται μιὰ προσπάθεια καταπολέμησης τῶν ἀντιδράσεων τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἔβλεπαν ἀρνητικὰ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ἐπειδὴ δὲν τὴν γνώρισαν σωστά. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ σήμερα οἱ νέο-εἰδωλολάτρες κατηγοροῦν τὸν Χριστιανισμό, ἐπειδὴ τὸν γνώρισαν ἀποσπασματικὰ καὶ μεροληπτικά.

Ὁ ἄγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τὴν παιδεία ὡς «μετάληψις ἁγιότητος» καὶ συνεχίζει «τὸν δὲ παιδεύοντα οὐ διὰ ρημάτων μόνον ἀλλὰ διὰ πραγμάτων παιδεύειν χρῆ». Δηλαδή, ὄχι μόνο θεωρητικὰ πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται κάποιος, ἀλλὰ καὶ μὲ ὑπόδειγμα ζωῆς. Πρέπει νὰ φεύγει ἀπὸ τὴ θεωρία καὶ νὰ ὁδηγεῖται στὴ πράξη, ὥστε ἡ παιδεία νὰ λάβει σάρκα καὶ ὀστᾶ.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, προγύμναση εἶναι «τοὶς ἔξω προτελεσθέντες καὶ κατόπιν ἀπορρήτων ἐπακουσόμεθα παιδευμάτων». Τὴν βλέπει ὡς ἕνα στάδιο προετοιμασίας τοῦ ἀνθρώπου γιὰ νὰ δεχθεῖ τὸ Εὐαγγέλιο.

Ἡ κατάργηση τῆς ἐκμάθησης τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν ἀπὸ τὰ σχολεῖα ἐξυπηρετεῖ ὕπουλες, ὑστερόβουλες καὶ μακροχρόνιες σκοπιμότητες. Κάποιες σκοτεινὲς δυνάμεις ἀφοῦ δὲν μποροῦν νὰ κυνηγήσουν καὶ νὰ πλήξουν τοὺς Χριστιανούς, θὰ πλήξουν τὴν νέα γενιὰ καὶ τὶς ἑπόμενες, προσφέροντας ἀμορφωσιὰ καὶ μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο. Πῶς; Ἀφαιρώντας τοὺς τὸ δικαίωμα μάθησης τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν, τὴν γλώσσα τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῶν προγόνων τους. Μὲ συνέπεια; Ἀδυναμία μελέτης τοῦ Εὐαγγελίου, λόγω ἄγνοιας τῆς γλώσσας. Μὲ τραγικὸ ἀποτέλεσμα; Μελέτη ἀπὸ μεταποιημένα κείμενα κατὰ τὸ δοκοῦν.

Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο, «…παιδεία εἶναι ἀγαθὸ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐμεῖς ὅμως παραδεχθήκαμε ὅτι εἶναι χρήσιμο, ἐνῶ ἀποκρούσαμε κάθε τι ποὺ ὁδηγεῖ στὴν εἰδωλολατρεία. Λοιπόν, δὲν πρέπει νὰ περιφρονοῦμε τὴν παιδεία, ἐπειδὴ μία τέτοια περιφρόνηση φαίνεται καλὴ σὲ μερικούς. Ἀντίθετα πρέπει νὰ θεωροῦμε ἀμαθεῖς καὶ ἀμόρφωτους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν αὐτὴ τὴν ἀντίληψη…»

Ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ παραβάτη ἔγινε μιὰ προσπάθεια ν’ ἀπομονωθοῦν οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὴ γνώση τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἀπευθύνεται μόνο σὲ εἰδωλολάτρες καὶ ἄρα οἱ Χριστιανοὶ δὲν εἶχαν τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ τὴν διδάσκονται, οὔτε νὰ τὴν διδάσκουν. Ξέχασε ὁ Ἰουλιανὸς ὅτι οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι τῆς ἀρχαιότητας ἀμφισβήτησαν τὰ εἴδωλα καὶ ὅπως ὁ Σωκράτης θυσιάστηκε γι αὐτή του τὴν ἀμφισβήτηση.

Ἀπαντώντας στὸν Ἰουλιανὸ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἔγραψε: «Πῶς ἐννοεῖς καὶ πῶς ἀντιλαμβάνεσαι τὸν ἑλληνισμό, στὸν ὁποῖο ἀνήκει ἡ παιδεία;» Τότε ἀπὸ τὴν παιδεία ἔπρεπε ν’ ἀποσυρθοῦν καὶ οἱ μεγάλοι φιλόσοφοι, ποὺ ὅπως ἀναφέραμε ἀμφισβήτησαν τὰ εἴδωλα. Ἂς φανταστοῦμε μία ἑλληνικὴ παιδεία χωρὶς Σωκράτη καὶ Πλάτωνα, γὶ αὐτὸ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος συνεχίζει λέγοντας: «Δική μου εἶναι ἡ δύναμη τῆς παιδείας καὶ ὅσων ἀγαπῶ. Αὐτὴν ἀσπάστηκα καὶ ἀσπάζομαι ὡς πρώτη μετὰ τὸν Πρῶτο».

Ἡ τρυφερὴ ψυχὴ τοῦ ἄγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ἀγάπησε βαθειὰ τὴν Ἑλλάδα, τὸν πολιτισμό της, τὴν σοφία της καὶ μάλιστα αὐτὴ τὴν σοφία τῶν Ἑλλήνων, ποὺ τοὺς ὁδήγησε στὸν Χριστὸ χωρὶς διωγμοὺς καὶ ἐπιβολές, ὅπως προσπάθησαν νὰ μεταστρέψουν τοὺς Χριστιανοὺς οἱ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες, ἐξαπολύοντας ἀπηνεῖς διωγμούς. Αὐτὸ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος θὰ τὸ ἐκφράσει μὲ τὰ παρακάτω λόγια: Ἑλλάδα μου, ἀγαπημένη, ὅπου πέρασα τή νεότητά μου καί ὅσα μέ συγκροτοῦν καί σῶμα μου, σᾶς ἀγαπῶ, διότι προθύμως δοθήκατε στόν Χριστό».

Πραγματικὰ ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀφιέρωσε πολὺ χρόνο στὴ μελέτη τῆς ἑλληνικῆς παιδείας καὶ στὰ ποιήματά του «Ἱστορικὰ Ἔπη», σημειώνει τὰ ἑξῆς: «Μόχθησα καὶ ἀφιέρωσα πολὺ κόπο καὶ χρόνο, μάζεψα πολλὴ σοφία ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη Ἀνατολή, Δύση, Ἀθήνα. Ὅμως ὅλη αὐτὴ τὴ σοφία τὴν ἔθεσα στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ.

Ο Μ. Βασίλειος ἀναφέρει τὰ παραδείγματα τοῦ Μωυσῆ ποὺ γνώρισε τὴν παιδεία τῶν Αἰγυπτίων καὶ τοῦ Δανιὴλ ποὺ ἦρθε σ’ ἐπαφὴ μὲ τὴ χαλδαϊκῆ σοφία. Οἱ γνώσεις αὐτὲς τοὺς βοήθησαν νὰ κατανοήσουν περισσότερο τὴ Θεία Σοφία.

Ὅπως ἀναφέραμε οἱ Πατέρες ἐντρύφησαν στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ παιδεία ὡς μέλισσες. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐκφράζει ὁ Μ. Βασίλειος ἀπευθυνόμενος πρὸς τὰ ἀνήψια του, ἀλλὰ καὶ γενικότερα πρὸς ὅλους τοὺς νέους: «Μὴ πάσιν ἐφεξῆς προσέχειν». Δηλαδή, δὲν πρέπει νὰ δίνουμε προσοχὴ σ’ ὅλα τὰ διδάγματα. Ὅταν διηγοῦνται πράξεις ἢ λόγια ἀγαθῶν ἀνδρῶν, πρέπει νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε καὶ νὰ τοὺς θαυμάζουμε, προσπαθώντας νὰ τοὺς μοιάσουμε. Ὅταν ὅμως εἰκονίζουν πονηροὺς καὶ κακοήθεις ἀνθρώπους, πρέπει νὰ τοὺς ἀποφεύγουμε.

Μάλιστα γιὰ νὰ δείξει στοὺς νέους ὁ Μ. Βασίλειος, ὅτι καὶ σπουδαία πρόσωπα τῆς ἀρχαιότητας πλησίασαν τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία, χωρὶς νὰ γνωρίσουν τὸν Χριστό, ἀναφέρει μερικὰ παραδείγματα.

  • Λόγια τοῦ Σόλωνα πρὸς τοὺς πλουσίους: «Πλούτου δ’ οὐδὲν τέρμα». Ἡ ἱκανοποίηση τοῦ πλούτου δὲν ἔχει τέλος. Ἐμεῖς δὲν θ’ ἀνταλλάξουμε τὴν ἀρετή μας μὲ τὸν πλοῦτο

  • Γνωμικὸ τοῦ Θεόγνη: Ὁ Θεὸς δίνει τὸν πλοῦτο, δὲν εἶναι δικός σου. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι πλούσιος, οὔτε τὸ εὔχομαι. Εἴθε νὰ μπορῶ νὰ ζῶ μὲ τὰ λίγα, χωρὶς νὰ ἔχω κανένα κακό.

  • Ποίημα Ἡσίοδου «Ἔργα καὶ Ἡμέραι»:
    • τὴν κακότητα τὴν παίρνεις εὔκολα καὶ μονομιᾶς
    • ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ ἐκεῖ εἶναι στρωμένος καὶ κοντὰ
    • μὰ στὴν ἀρετὴ ἱδρώτα ἔβαλαν οἱ θεοὶ μπροστὰ
    • μακρὺ τὸ μονοπάτι καὶ ἀνηφορικό, μὰ εἶναι τίμιο μόλο ποὺ εἶναι δύσβατο
      Λόγια που θυμίζουν Ματθαῖο: «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης»[2]

  • Πρόδικος ὁ Κεῖος: Σοφιστὴς στὸν ὁποῖο ἀποδίδεται ἡ περίφημη ἀφήγηση γιὰ τὸν Ἡρακλῆ στὸ δίστρατο, ὅπου πραγματοποιήθηκε ὁ διάλογος τοῦ τελευταίου μὲ τὴν Ἀρετὴ καὶ τὴν Κακία.

  • Ὅμηρος: Ὁλόκληρη ἡ ποίηση τοῦ Ὁμήρου εἶναι ἕνας ὕμνος τῆς ἀρετῆς, «ἀρετῆς ἔστιν ἔπαινος» καὶ ὅλα του τὰ λεγόμενα σ’ αὐτὸ ἀποβλέπουν.

  • Βιάντας: Εἶπε στὸ γιό του ποὺ ἀναχωροῦσε γιὰ τὴν Αἴγυπτο καὶ τὸν ρώτησε ποιὰ πράξη θὰ τὸν εὐχαριστοῦσε. Ἂν γίνεις ἐνάρετος.

  • Αἰσχύλος: «οὐ γὰρ δοκεὶν ἄριστος ἀλλ’ εἶναι θέλει»

  • Πυθαγόρας: «Νὰ μὴν προσευχόμαστε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἐπειδὴ δὲν ξέρουμε ποιὸ εἶναι τὸ συμφέρον μας», «Ἡ ψυχὴ εἶναι ἀθάνατη, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀποσπάστηκε εἶναι ἀθάνατο», «Δὲν πρέπει στὸ Θεὸ νὰ ἀπονέμονται οἱ ἴδιες τιμὲς μὲ τοὺς ἥρωες».

  • Περικλῆς: Ἕνας ἀγοραῖος ἄνθρωπος ἔβριζε ὅλη τὴν ἡμέρα τὸν Περικλῆ, ἐνῶ αὐτὸς ἔμενε ἀδιάφορος. Ὅταν πιὰ βράδιασε καὶ σκοτείνιασε καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐπιτέλους ἀπομακρυνόταν, ὁ Περικλῆς, πιστὸς στὴν ἄσκηση τῆς φιλοσοφίας, διέταξε νὰ φωτίσουν τὸν δρόμο του.
    Τὸ ἀνωτέρω θυμίζει Εὐαγγέλιο: «εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοὶς μισούσιν ἠμᾶς…»[3]

  • Σωκράτης: Κάποιος ἔπεσε πάνω στὸ Σωκράτη καὶ  τὸν κτυποῦσε στὸ πρόσωπο ἀλύπητα. Ὁ Σωκράτης δὲν ἀντέδρασε. Ὅταν σταμάτησε ὁ Σωκράτης τὸ μόνο ποὺ ἔκανε ἦταν νὰ κρεμάσει μιὰ πινακίδα στὸ λαιμό του μὲ τὴν ἐπιγραφὴ «ὁ τάδε τὸ ἔκανε», χωρὶς νὰ τὸν κατονομάσει, ὅπως θέτουν στοὺς ἀνδριάντες τὸ ὄνομα τοῦ τεχνίτη. Αὐτὸ ἦταν ἡ μόνη του ἐκδίκηση. Σὲ τί διαφέρει ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Σωκράτη ἀπὸ τὸ Εὐαγγελικὸ «ὅστις σὲ ραπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῶ καὶ τὴν ἄλλην»;

  • Ἀλέξανδρος: Μετὰ τὴ μάχη τῶν Γαυγαμήλων καὶ τὴ φυγὴ τοῦ Δαρείου ὁ Ἀλέξανδρος συνέλαβε αἰχμάλωτες τὴ σύζυγο καὶ τὶς κόρες τοῦ Δαρείου. Ἂν καὶ θαυμαστής, καθὼς μαρτυροῦν, τῆς γυναικείας ὀμορφιᾶς, οὔτε νὰ τὶς κοιτάξει ἔκρινε σωστό, ἐπειδὴ νόμιζε πὼς εἶναι ντροπὴ γιὰ τὸν νικητὴ τῶν ἀντρῶν, νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Σάν καὶ εἶχε ὑπόψη του ὁ Ἀλέξανδρος αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τὴ καρδία αὐτοῦ»

  • Κλεινίας ὁ πυθαγόρειος: Πρὸς ἀποφυγὴν ἑνὸς προστίμου τριῶν ταλάντων μποροῦσε νὰ ὁρκιστεῖ, ἐν τούτοις δὲν ὁρκίστηκε, ἀλλὰ προτίμησε νὰ πληρώσει μολονότι ὁ ὅρκος του θὰ ἦταν ἀληθινός. Σὰν νὰ ἄκουσε τὸ παράγγελμα τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμὶν μὴ ὁμόσαι ὅλως».

  • Πιττακὸς ὁ Μυτιληναῖος: «χαλεπὸν ἐσθλὸν ἔμμεναι», δηλαδή, εἶναι δύσκολο νὰ εἶναι κανεὶς ἀγαθός. Χρειάζεται ἀδιάκοπος ἀγώνας καὶ μεγάλη προσπάθεια γιὰ νὰ τὸ πετύχει.

  • Πλάτων: Τόσο ὁ Πλάτων ποὺ θεωρεῖ τὸ σῶμα κατοικητήριο τῆς ψυχῆς καὶ ὑποδεέστερό της, ὅσο καὶ ὁ Παῦλος ποὺ τὸ θεωρεῖ ναὸ τοῦ «ἐν ἠμίν» Ἁγίου Πνεύματος καὶ τοῦ «ζῶντος Θεοῦ» συμβουλεύουν τὴ μέτρια διατροφή του, γιατί ἔτσι θὰ ἀποφεύγονται σοβαρὲς συνέπειες γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ καταστέλλονται οἱ σαρκικὲς ἡδονές.
Μέσα ἀπ’ αὐτὲς τὶς λίγες γραμμὲς γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σκέψης δὲν ἦταν ἐξ ὁλοκλήρου ἀρνητικὴ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπως ἰσχυρίζονται μερικοί, ἀλλὰ ἐπιλεκτικὰ ἡ Ἐκκλησία κράτησε ὅτι ὀρθό, ὅτι ὄμορφο καὶ ὑψηλὸ εἶχε νὰ προσφέρει στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ἀντιστοίχως παραδείγματα Πατέρων ποὺ ἐντρύφησαν στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς ὑπάρχουν πολλά, ὅπως ὁ ἄγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ἄγ. Εὐστάθιος Θέσ/κής, ὁ ἄγ. Ἰουστίνος, ὁ ἄγ. Νεῖλος Καβάσιλας, κ.ἅ.

Ἐν ὀλίγοις, ἕνα εἶναι προφανές, ἂν σώθηκε τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ πνεῦμα, σώθηκε γιατί ἀγκάλιασε τὸν Χριστὸ καὶ τὴν διδασκαλία Του.

Τέλος, ἕνας ἀπὸ τοὺς νεότερους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ ἄγ. Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς (1714 -1779), μᾶς συμβουλεύει:

«Νὰ σπουδάζετε τὰ παιδιά σας, νὰ μαθαίνουν ἑλληνικά. Διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι εἰς τὴν ἑλληνικήν. Καὶ τὸ γένος μας εἶναι ἑλληνικόν. Κι ἂν δὲν σπουδάσεις Ἑλληνικά, ἀδελφέ μου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλάβεις ἐκεῖνα ποὺ ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία. Καλύτερα, ἀδελφέ μου, νὰ ἔχεις ἑλληνικὸν σχολεῖον εἰς τὴν χῶραν σου, παρὰ νὰ ἔχεις βρύσες καὶ ποτάμια».



[1] Ὁ καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Τυπάλδος εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Θεολογικῆς σχολῆς τῆς Χάλκης
[2] Ματθαῖος 7:13-14
[3] Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὸν Μυστικὸ Δεῖπνο

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

3/3 Παραδείγματα Αγίων


Έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο άρθρο τον ρόλο που διαδραματίζουν οι άγιοι στη ζωή της Εκκλησίας μας. Στο παρόν θα αναφερθούμε σε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Το πρώτο παράδειγμα είναι ο Απ. Παύλος. Είναι από τους κορυφαίους Αποστόλους. Παρότι ο ίδιος δεν γνώρισε τον Χριστό όσο βρισκόταν επί γης, το σύνολο της διδασκαλίας του έγινε αποδεκτό από την συνείδηση της Εκκλησίας και θεωρείται θεόπνευστο, γιατί ομολογεί και επεξηγεί την διδασκαλία του Χριστού. Πολλά όμως απ’ αυτά που μας παραδίδει, δεν τα έχει αναφέρει ούτε ο ίδιος ο Χριστός. Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σημειώνει: «δι’ οὗ (τοῦ Παύλου) τὰ μεγάλα καὶ ἀπόρρητα ὁ Χριστὸς ἐλάλησε, καὶ μείζονα, ἢ δι’ ἑαυτοῦ». Πώς όμως ο Απ. Παύλος τα γνώριζε; Δι’ αποκαλύψεως, από τον ίδιο τον Χριστό.

Με τις επιστολές του Απ. Παύλου ασχολείται επισταμένως εκτός από τον ιερό Χρυσόστομο και ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Σημειώνει την μεγάλη αξία των επιστολών στη ζωή της Εκκλησίας, γράφοντας «συγκροτούσιν ὅλον τὸ Χριστεπώνυμον πλήρωμα τῆς τοῦ Χριστοῦ Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας»  και συνεχίζει αναφέροντας λεπτομερώς ποιες διδασκαλίες του Αποστόλου ειπώθηκαν μόνον από τον ίδιο. Π.χ. 

1.      Ο Απόστολος αποκαλύπτει ότι οι άγγελοι είναι «λειτουργικά πνεύματα» και μας γνωστοποιεί τα ονόματα των αγγελικών ταγμάτων. Αυτές τις αποκαλύψεις ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης τις χαρακτηρίζει «τοῦ νοητοῦ κόσμου ἡ ἀποκάλυψις», δηλαδή ότι μας γνωστοποιεί τα του νοητού κόσμου.

2.      Η σύνδεση της περιτομής του Χριστού με το βάπτισμα,  με την ταφή Του και την Ανάσταση, είναι έργο του Απ. Παύλου.

3.      Η διδασκαλία ότι η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού, ο δε Χριστός Κεφαλή της Εκκλησίας, επίσης είναι πρωτότυπη διδασκαλία του.

4.      Μας αποκαλύπτει τον τρόπο που θα γίνει η ανάσταση των νεκρών και την κατάσταση των αναστημένων σωμάτων.

Αυτά που μας αποκαλύπτει ο Απ. Παύλος δεν είναι προσωπικοί στοχασμοί του, αλλά επειδή ενώθηκε με τον Χριστό, έλαβε Αποκαλύψεις απ’ Αυτόν. Γι’ αυτό επεξηγεί: «Γνωρίζω δὲ ὑμῖν, ἀδελφοί, τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἐστι κατὰ ἄνθρωπον. οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτὸ οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλὰ δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. α΄,11-12). Είναι τόσο βέβαιος για την εγκυρότητα των λόγων του, ώστε γράφει: «Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. α΄,8). 

Το δεύτερο παράδειγμα είναι ο Μ. Αθανάσιος. Τους αιρετικούς τής εποχής του, οι οποίοι ισχυρίζονταν πως ο Ιησούς ήταν κατώτερος από τον Πατέρα, αντέτεινε λέγοντας ότι ο Χριστός είναι ομοούσιος τῷ Πατρὶ. Κατηγορήθηκε ότι ο όρος αυτός δεν υπάρχει πουθενά μέσα στην Αγία Γραφή. Παρόλα αυτά όμως θεωρήθηκε θεόπνευστη και ορθή αυτή η διατύπωσή του.

Επίσης βαρυσήμαντη ήταν η προσφορά του στη διαμόρφωση του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Στην 39η επιστολή του ορίζει τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης. Είναι τόσο σίγουρος για τα βιβλία που προτείνει, ώστε γράφει: «Μέλλων δὲ τούτων μνημονεύειν … ἔδοξε κάμοί προτραπέντι παρὰ γνησίων ἀδελφῶν καὶ μαθόντι ἄνωθεν ἑξῆς ἐκθέσθαι τὰ κανονιζόμενα»[1]. Εντυπωσιάζει η βεβαιότητα του αγίου που απορρέει από το «μαθόντι ἄνωθεν» και από το «καθὼς παρέδωκαν τοῖς πατράσιν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ Λόγου». Αυτή η πεποίθηση εδρεύει στην αποκάλυψη που δέχθηκε από τον Χριστό, αλλά και στην προηγούμενή του πατερική διδασκαλία.

Τρίτο παράδειγμα ο Μ. Βασίλειος. Στην εποχή του πολλοί δυσκολεύονται να κατανοήσουν πως ο Θεός είναι ΕΝΑΣ, αλλά ΤΡΙΑΔΙΚΟΣ. Ο άγιος διευκρινίζει τους όρους «υπόστασις», «πρόσωπον» και «ουσία» και έτσι μας παραδίδεται η διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος.

Τέταρτο παράδειγμα είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος διεκήρυξε ότι το Άγιον Πνεύμα είναι ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό, διδασκαλία που δεν αποσαφηνίζεται στην Αγία Γραφή.

Πέμπτο παράδειγμα είναι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Τον 14ο αιώνα γίνονταν συζητήσεις περί των ενεργειών του Θεού, αν είναι κτιστές ή άκτιστες, αν το Φως της Μεταμορφώσεως είναι άκτιστο ή κτιστό, αν υπάρχει διαίρεσις ουσίας και ενέργειας του Θεού. Στις εμπειρικές θεολογικές ερμηνείες τού αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, οι αντίπαλοί του προσπάθησαν να δώσουν γνωσιολογικές ερμηνείες. Υπήρξαν τότε πολλοί, όπως και τώρα, που δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν τις διδαχές του αγίου. Ο άγιος όμως, όντας ανωτέρας πνευματικής στάθμης θεολόγος, ζούσε και γευόταν αυτά που δίδασκε. Γι’ αυτόν ήταν όλα ξεκάθαρα και ευνόητα. Είχε γίνει αποδέκτης του Άκτιστου Φωτός, που τον καθοδηγούσε «εἰς πᾶσαν ἀλήθειαν».

Από τα ανωτέρω ελάχιστα παραδείγματα ελπίζουμε να έγινε σαφής και κατανοητός ο ρόλος των αγίων στην ζωή της Εκκλησίας μας. Οι άγιοι ζώντας οργανικά εντός της Εκκλησίας και φωτιζόμενοι από το Πανάγιο Πνεύμα, δέχονται την Αποκάλυψη και έπειτα την εκφράζουν και την διδάσκουν αυθεντικά. Το Άγιον Πνεύμα σε κάθε εποχή αναδεικνύει αγίους και τους καθιστά φορείς της Αποκαλύψεως, τονίζει ο Απ. Παύλος στην προς Εβραίους επιστολή του, όπου επαναλαμβάνει την προφητεία του Ιερεμία: «ὅτι αὔτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τάς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει ὁ Κύριος. διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεόν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν» (Εβρ. 8, 10).

Οι άγιοι είναι θεόπνευστοι και απλανείς διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας. Με τις διδαχές τους δεν αναιρούν την Αγία Γραφή, αλλά την συμπληρώνουν, επεξηγώντας την. Είναι οι συνεχιστές της Πεντηκοστής μέχρι την συντέλεια του κόσμου.


[1] Νικοδήμου του Αγιορείτου, Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου σελ. 583-584

2/3 Οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι Άγιοι


Η αλήθεια είναι δυνατόν να εκφραστεί από λίγους αγίους, δηλαδή την μειοψηφία και όχι από την πλειοψηφία των μελών, μιας οικουμενικής συνόδου. Μπορεί η αλήθεια να διατυπωθεί και άνευ συνόδου, π.χ. όσα μας αποκαλύπτει ο Απ. Παύλος στις επιστολές του, έγιναν αποδεκτά από την συνείδηση της Εκκλησίας χωρίς οικουμενική σύνοδο. 

Η γνησιότητα και η ορθοδοξία των συνόδων δεν στηρίχθηκε στο πλήθος των συμμετεχόντων μελών, αλλά στους αγίους που καθόριζαν την γραμμή τους. Μία πολυάριθμη σύνοδος μπορεί να χαρακτηρισθεί ληστρική και αντορθόδοξη (όπως και συνέβη), γιατί η θεολογία της δεν επηρεάστηκε από τους αγίους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ληστρική σύνοδος της Δρυός, που εκδίωξε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Το πλήθος των επισκόπων δεν επιλύει πάντοτε ένα ζήτημα, όχι ότι και αυτό δεν συμβαίνει, αλλά συνήθως επηρεάζεται από την αυθεντική πίστη των μετεχόντων αγίων.

Η σύγκληση οικουμενικών συνόδων είναι μια μέθοδος επίλυσης προβλημάτων, όχι όμως και η μοναδική. Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτονται οι σύνοδοι, απλώς η θεοπνευστία των συνόδων αυτών γίνεται αποδεκτή από την συνείδηση της Εκκλησίας μόνον όταν εκφράζουν την αλήθεια, όπως αυτή μας παραδόθηκε. Οι σύνοδοι μπορούν να διατυπώσουν και να ερμηνεύσουν την Αγία Γραφή, ποτέ όμως το αντίστροφο. Σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη «ὅθεν  καὶ παρὰ πάντων, οὐχὶ ἡ θεία Γραφή, ἀλλ’ ἡ Οἰκουμενικὴ σύνοδος ἀνακηρύττεται ὁ ἔσχατος κριτὴς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑποθέσεων»[1]. Οι προτεστάντες που διατήρησαν την Αγία Γραφή, αλλά απέρριψαν τις συνόδους και την παράδοση της Εκκλησίας μας, οδηγήθηκαν σε λάθος ερμηνείες, που είναι αιρετικές για την Ορθοδοξία.

Απορίας άξιον είναι πώς τα πρώτα χριστιανικά χρόνια που η Εκκλησία λειτουργούσε χωρίς συνόδους, ερμηνευόταν η Αγία Γραφή; Τότε εκφραζόταν η αλήθεια από τους Πατέρες των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Όταν ανέκυψαν αιρετικές δοξασίες, η Εκκλησία αποφάνθηκε πατερικώς και συνοδικώς. Δηλαδή, αν δεν υπήρχαν αιρετικές διδασκαλίες, δεν θα ήταν απαραίτητη η σύγκλιση συνόδων. Η αλήθεια όμως θα συνέχιζε να εκφράζεται μέσω των αγίων. Ούτως ή άλλως οι σύνοδοι, όπως αναφέρθηκε, στηρίχθηκαν στην πατερική διδασκαλία. Αυτό θα γίνει κατανοητό αν ανατρέξουμε στις αποφάσεις των συνόδων.

Η Α΄ οικουμενική σύνοδος στηρίχθηκε στην θεολογία του Μ. Αθανασίου. Η Β΄ στην θεολογία του Μ. Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Γρηγορίου Νύσσης. Στην Γ΄ οικουμενική σύνοδο τον σημαντικότερο ρόλο διαδραμάτισε ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αυτό συνέβαινε σ’ όλες τις συνόδους έως και την Ζ΄ όπου επεκράτησε η θεολογία του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού. Αργότερα οι σύνοδοι του 1341, 1347, 1351 στηρίχθηκαν στη διδασκαλία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.
Τοιουτοτρόπως κατανοείται η απλανής διδασκαλία των αγίων πριν και μετά τις συνόδους. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας» μνημονεύονται όλοι αυτοί οι άγιοι, που με την θεοπνευστία τους καθοδήγησαν ορθά την Εκκλησία: «Γρηγορίου τοῦ ἁγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης … καὶ δὴ τοὺς θεολόγους ἐξηγητὰς (τῶν γραφῶν) τούτων ἀνακηρύξαντος, Ἀθανάσιον φημὶ καὶ Βασίλειον, Γρηγόριον καὶ Ἰωάννη τὸν Χρυσορρήμονα, Κύριλλόν τε πρὸς τούτοις καὶ Μάξιμον τὸν σοφὸν καὶ τὸν ἐν Δαμασκοὺ Θεορρήμονα … αἰωνίᾳ ἡ μνήμη»[2]. 

Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας έχοντας συνειδητοποιήσει ότι οι άγιοι Πατέρες καθοδηγούνται από το Άγιον Πνεύμα και αυτοί με την σειρά τους νουθετούν τις συνόδους, γράφει προς τον Ιωάννη Αντιοχείας, ο οποίος δυσκολευόταν να κατανοήσει την ορθόδοξη διδασκαλία της Εκκλησίας: «…μὴ μέταιρε ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ πατέρες σου. οὐ γὰρ ἦσαν αὐτοὶ οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς …»[3]. Η ίδια θέση προβάλλεται και στις αποφάσεις της Α΄ οικουμενικής συνόδου, που επισημαίνει «…τὴν δὲ ἀπλανῆ, τῶν Πατέρων ἀνανεωσάμενοι πίστιν…»[4]. Υπάρχει δηλαδή, η βεβαιότητα στη σύνοδο ότι ακολουθούν την διδασκαλία των προηγουμέων αγίων πατέρων, γι αυτό και συνεχίζουν τονίζοντας «Ἑπόμενοι τοίνυν τοῖς ἁγίοις Πατράσιν…»[5]. 

Κατ’ αυτό τον τρόπο εκφράζονται στις αποφάσεις τους όλες οι σύνοδοι. Και ενώ θα μπορούσαν να αναφέρουν μόνο ότι ακολουθούν τις προηγούμενες συνόδους, εν τούτοις τονίζουν πάντοτε τους Πατέρες που τις καθοδήγησαν. Ειδοποιός είναι ο όρος «πίστεως» της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που αναφέρει: «Ἑπομένη τε ταῖς τε ἁγίαις καὶ οἰκουμενικαῖς πέντε Συνόδους καὶ τοῖς ἁγίοις καὶ ἐγκρίτοις Πατράσι καὶ συμφώνως ὁρίζουσα ὁμολογεῖ…»[6].

Εκ των ανωτέρω θεωρούμε πως έγινε κατανοητός ο ρόλος των αγίων στην ζωή της Εκκλησίας μας. Προηγήθηκε η θέωση των αγίων Πατέρων, οι οποίοι συμμετέχοντας σε οικουμενικές συνόδους εξέφραζαν την θεοπνευστία τους. Αυτούς ακολουθούντες και εμείς θα είμαστε σίγουροι για την ορθότητα της πίστεώς μας.

(Συνεχίζεται…)


[1] Πηδάλιον, εκδ. Παπαδημητρίου 1970, σελ.120
[2] Ι. Ρωμμανίδου, Κείμενα δογματικής και συμβολικής θεολογίας της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Εκδ. Πουρναρά, Θεσ/κη 1972, σελ.340
[3] Ένθα ανωτέρω σελ.40
[4] Ένθα ανωτέρω σελ.42
[5] Ένθα ανωτέρω σελ.45
[6] Ένθα ανωτέρω σελ.80

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

1/3 Οι Άγιοι στη ζωή της Ορθοδόξου Εκκλησίας

Πριν αναλύσουμε τον ρόλο των αγίων στη ζωή της Εκκλησίας μας, πρέπει πρώτα να αναθυμηθούμε τι είναι Εκκλησία. Πολλοί λανθασμένα πιστεύουν, πιθανώς από δυτικές επιρροές, πως είναι ένα πνευματικό καθίδρυμα ή ένας οργανισμός ή και θεσμός, όπως πολλές φορές ακούγεται. Σύμφωνα όμως με τον Απ. Παύλο, η Εκκλησία είναι το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού και οι πιστοί είναι μέλη αυτού του Σώματος. «Ὑμεῖς δὲ ἔστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α΄ Κορ. ιβ΄, 27).

Επεξηγώντας τούτο το λόγο του Απ. Παύλου και διευκρινίζοντας ποιοί άνθρωποι θεωρούνται μέλη του Σώματος του Χριστού, ο άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος λέει ότι χριστιανοί είναι οι βαπτισμένοι και οι έχοντες βαθειά πίστη, ζώντας οργανικά ενωμένοι με την Κεφαλή (τον Χριστό), μετέχοντας στα μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτοί και μόνον αυτοί μπορούν να φθάσουν στη θέωση. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας είναι τα γνήσια μέλη του Σώματος του Χριστού, που έφθασαν στη θέωση και χαριτώθηκαν με θείες αποκαλύψεις, τέτοιες που ούτε ο ίδιος ο Χριστός δεν μάς αποκάλυψε. Και δεν το έπραξε, γιατί ήθελε και τα μέλη του Σώματός Του να τύχουν τέτοιας δωρεάς. Εδώ πρέπει να αποσαφηνίσουμε ότι οι άγιοι δεν ήταν αναμάρτητοι, αλλά απόλυτοι γνώστες της αμαρτωλότητας τους.

Οι άγιοι λοιπόν έφθασαν στη θέωση, έγιναν φορείς της θείας αποκαλύψεως και οι γνήσιοι εκφραστές του θείου θελήματος, το οποίο δηλώθηκε από τους ίδιους, χωρίς κάποιες φορές να προϋπάρχει αντίστοιχη βιβλική διδασκαλία.

Άγιοι γράφουν τα Ευαγγέλια, άγιοι καθορίζουν τον κανόνα της Αγίας Γραφής, άγιοι ερμηνεύουν και επεξηγούν τα νοήματα του Ευαγγελίου, άγιοι καθορίζουν ποιά διδασκαλία εκφράζει την θέληση του Χριστού και ποιά όχι. Απόρριψη των αγίων όπως π.χ. κάνουν οι προτεστάντες είναι και απόρριψη του θείου θελήματος, δηλαδή άρνηση του Χριστού.

Άγιοι δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν στην Εκκλησία. Εφόσον η Εκκλησία είναι ο ζωντανός θεανθρώπινος οργανισμός, που εμπνέεται και καθοδηγείται από τον Χριστό, που είναι η Κεφαλή της και κατευθύνεται από το Άγιο Πνεύμα, δεν πεθαίνει ποτέ. Άρα πάντοτε υπήρχαν και θα υπάρχουν άγιοι, εφόσον σκοπός της Εκκλησίας είναι ο αγιασμός των πιστών. Πολύ εκφραστικά, τούτο το αναφέρει ο Απ. Παύλος στην προς Εφεσίους επιστολή του. «Καὶ αὐτὸς  (ο Χριστός) ἔδωκε τοὺς μὲν ἀποστόλους, τοὺς δὲ προφήτας, τοὺς δὲ εὐαγγελιστάς, τοὺς δὲ ποιμένας καὶ διδασκάλους, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν ἁγίων ἔργον διακονίας, εἰς οἰκοδομὴν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, μέχρι καταντήσωμεν, οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφεσ. δ΄, 11-13).

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι άγιοι καθοδηγούν τους πιστούς στον ορθό δρόμο. Γι’ αυτό όταν οι αγιορείτες πατέρες, έχοντας συνείδηση τούτου του σκοπού και ζώντας την ίδια εμπειρία με τους προ αυτών πατέρες, έγραφαν στον αγιορείτικο τόμο, ο οποίος σαφώς εκφράζει την θεολογία του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν. ταῦτα παρὰ τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβομεν. ταῦτα διὰ τῆς μικρὰς ἔγνωμεν πείρας» (Φιλοκαλία εκδ. Παπαδημητρίου τόμος Δ΄, σελ. 192). Δηλαδή, η εμπειρία των Προφητών, των Αποστόλων, των Αγίων, των Πατέρων μπορεί να γίνει κτήμα του κάθε πιστού, που φθάνει σε κάποιο βαθμό καθάρσεως.

Η Εκκλησία είναι πάντα νέα και δυναμική. Οι πιστοί δεν παραλαμβάνουμε την Παράδοση αυτή εξωτερικά (π.χ. διαβάζοντας τα κείμενα των αγίων), αλλά μυστηριακά δια της ενώσεως μας με τον Χριστό και της μεθέξεως μας στο Άγιον Πνεύμα. Οι άγιοι που ενώθηκαν με τον Χριστό είναι οι φορείς της Παραδόσεως και οι εκφραστές της αλήθειας, όπως αυτή εκφράστηκε στις οικουμενικές συνόδους.

(Συνεχίζεται…)

Ομολογία Πίστεως

Αναμφιβόλως, διανύουμε μια ακόμα παρανοϊκή εποχή. Εν ονόματι της ελευθερίας του λόγου και των ιδεών, το κακό παρουσιάζεται ως καλό και αντιστρόφως. Τα παρέκτροπα πολλαπλασιάζονται. Οι καταχρήσεις πληθαίνουν. Καταχρήσεις που η μια οδηγεί στην άλλη και τέλος, μοιραία, η ακολασία μας προσμένει.

Η χριστιανική πίστη βάλλεται και προσβάλλεται από παντού. Μέσα μαζικής ενημέρωσης, δημοσιεύματα, οργανώσεις, παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση έχει απώτερο σκοπό να την εξοστρακίσει. Οι άνθρωποι απροσανατόλιστοι, μπερδεμένοι, θολωμένοι, αδυνατούν να διακρίνουν το σωστό από το εσφαλμένο, λόγω του σκότους των καιρών μας. Λόγω έλλειψης γνώσης πλέον, αδυνατούν να κάνουν το πρέπον, να βαδίσουν ορθά, να επιλέξουν τον αδιάψευστο δρόμο.

Στο σημείο αυτό έγκειται η ευθύνη και υποχρέωση των ορθοδόξων χριστιανών να δώσουν την δική τους ομολογία πίστεως στον κόσμο. Όχι την προσωπική τους, αλλά την γνήσια ευαγγελική – παραδοσιακή ορθόδοξη ομολογία. Αυτή η ομολογία πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά: στερεότητα, υπομονή με πραότητα, ελπίδα, αγάπη και βίωμα.

1)   Στην πίστη του ο χριστιανός δεν συμβιβάζεται, δεν υποχωρεί, δεν κάνει εκπτώσεις. Είναι η πίστη, που μας παρέδωσε ο Χριστός, οι Απόστολοι, οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Βλέπουμε, πχ πολλούς να προσέρχονται σε διαλόγους με αιρετικούς, έχοντας την διάθεση να προβούν σ’ ένα μινιμαλιστικό δογματισμό. Δηλαδή, να περιορίσουν τα δόγματα της Εκκλησίας, προκειμένου να πετύχουν μια ένωση. Μια ένωση – όπως ισχυρίζονται – ένεκα αγάπης. Μια αγάπη όμως που εμπεριέχει μίσος προς την ορθόδοξη πίστη. Γι’ αυτό και είναι διατεθειμένοι να την προδώσουν. Φαινομενικά ομολογούν, αλλά ουσιαστικά αρνούνται. Δυσβάστακτα - γι’ αυτούς - βάρη των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων και προσπαθούν να απαλλαγούν. Ομολογούν όχι την πίστη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, αλλά την δική τους την προσωπική, που διαφέρει παντελώς από την πατρώα πίστη.

2)   Υπομονή με πραότητα. Ο χριστιανός όταν ομολογεί την πίστη του, δεν κραυγάζει, ούτε εξαπολύει μύδρους εναντίον των συνανθρώπων του, αλλά με πραότητα υπομονετικά, κοινοποιεί την μαρτυρία του. Πως προσέφερε ο Χριστός το Ευαγγέλιο στους ανθρώπους; Αναμφισβήτητα, με απόλυτη πραότητα και υπομονή. Ως Θεός γνώριζε ότι οι χριστιανοί θα αντιμετωπίσουν θλίψεις, προσβολές, διώξεις, μαρτύρια και γι’ αυτό είπε: «ο υπομένων εις τέλος σωθήσεται». Όλοι οι Απόστολοι, οι άγιοι, οι μάρτυρες υπάκουσαν. Στις αρένες, στα θέατρα, στους δημόσιους χώρους, όπου απειλούνταν η ζωή τους, ομολογούσαν την πίστη τους με ανοχή και καρτερία.
Ο Μέγας Πατέρας της Εκκλησίας μας άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε: « Η υπομονή είναι ειρήνη στον καιρό του πολέμου, είναι γαλήνη στην τρικυμία, είναι ασφάλεια στις μηχανοραφίες. Η υπομονή είναι όραση μιας αλλιώτικης ελπίδας, που ταπεινά και άσημα σαρκώθηκε στη Βηθλεέμ».
Δεν αρμόζουν λοιπόν στους χριστιανούς συμπεριφορές κραυγών, αλαλαγμών, οχλοβοών, ύβρεων (απευθυνομένων προς οιονδήποτε), κραδαίνοντας τον Σταυρό ανά χείρας ως όπλο. Ο Σταυρός είναι σύμβολο μαρτυρίου και υπομονής, αγάπης και μακροθυμίας, προσφοράς και θυσίας. Όχι, προσβολής άλλων.

3)   Η ομολογία πίστεως πρέπει να έχει ελπίδα. Ελπίδα στον σαρκωθέντα Χριστό. Ελπίδα στη δύναμη που προσφέρει ο Θεός. Ο άνθρωπος από μόνος του φοβάται, ολιγοψυχεί, δειλιάζει. Όμως, εναποθέτοντας την ελπίδα του στον Θεό, μεταμορφώνεται, παίρνει δύναμη και κουράγιο να καταισχύνει τους ισχυρούς της γης. Ας παραδειγματιστούμε από τον βίο της αγίας Αικατερίνης, αλλά και όλων των αγίων. Ομολογεί την πίστη της ενώπιον των επιγείων απάνθρωπων αρχόντων, στηριζόμενη όχι στις δικές της δυνάμεις, αλλά εναποθέτοντας τις ελπίδες της στον Χριστό. Με αποτέλεσμα η νέα, αδύναμη κοπέλα, να μεταμορφώνεται και να γίνεται απτόητη μπροστά στα επερχόμενα βασανιστήρια.
Ο Απόστολος των εθνών Παύλος γνωρίζοντας την αδυναμία της ανθρώπινης φύσης, γράφει στην Β΄ προς Κορινθίους επιστολή του: «έχομεν δε τον θησαυρόν τούτον εν οστρακίνοις σκεύεσιν ίνα η υπερβολή της δυνάμεως η του Θεού και μη εξ ημών. Θλιβόμενοι αλλ’ ου στεναχωρούμενοι απορούμενοι αλλ’ ουκ εξαπορούμενοι διωκόμενοι αλλ’ ουκ εγκατελειπόμενοι καταβαλόμενοι αλλ’ ουκ απολλύμενοι».
Όλα τα ανωτέρω αδύνατον να επιτευχθούν, στηριζόμενοι στις ανθρώπινες ικανότητες, χωρίς την ελπίδα μας στον Θεό.

4)   Κύριο χαρακτηριστικό της ομολογίας πίστεως είναι η εν Χριστώ αγάπη. Όποια επίτευξη, όποια ενέργεια, όποια προσπάθεια, όποια ομολογία και αν προσφέρει ο άνθρωπος, αν δεν στηρίζεται στην αγάπη απευθυνόμενη προς όλους τους συνανθρώπους του, είναι μάταιη και καταδικασμένη. Η ομολογία πίστεως έχει ένα και μόνο ένα σκοπό. Να γνωστοποιήσει την πίστη μας στους άλλους, ώστε να την ακολουθήσουν και να βρουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια του Χριστού. Δεν επιδίδουμε την μαρτυρία μας στον κόσμο για δική μας αυτοπροβολή. Οι μαθητές – Απόστολοι του Χριστού μαρτύρησαν και ομολόγησαν την πίστη τους, ούτε για να δοξαστούν, ούτε για να δείξουν το θάρρος τους. Βούλησή τους ήταν η σωτηρία των ανθρώπων, γιατί αγάπησαν τον συνάνθρωπο. Εξάλλου η προσφορά και η θυσία του Χριστού είχε μοναδικό κίνητρο την αγάπη του Θεού προς τους ανθρώπους. Γι’ αυτό ο χριστιανός αρνείται τους διαχωρισμούς εμείς – εσείς, εγώ – οι άλλοι και ποθεί την σωτηρία όλων των ανθρώπων και είναι διατεθειμένος γι’ αυτή την σωτηρία να πάθει και να θυσιαστεί κατά το πρότυπο του Χριστού. Αν παγιδευτούμε σε μια εσωστρέφεια αποκλείοντας τους άλλους και θεωρώντας τους εαυτούς μας περιούσιο λαό και τους υπολοίπους εκ των προτέρων καταδικασμένους, το αποτέλεσμα θα είναι να καταλήξουμε όπως οι Ιουδαίοι, που σταύρωσαν τον Χριστό.

5)   Τέλος, η ομολογία πίστεως πρέπει να έχει υπόβαθρο το βίωμά μας. Πώς θα ομολογήσουμε τον Χριστό, αν δεν γευτήκαμε τον Χριστό; Πώς θα ομολογήσουμε κάτι, που δεν γευτήκαμε οι ίδιοι; Πώς θα δώσουμε στους άλλους κάτι, που εμείς δεν έχουμε; Δεν αρκεί να μιλάμε εν Χριστώ, αν δεν ζούμε εν Χριστώ. Ο Χριστός λέει ότι: «είναι μαζί μου, όχι αυτοί που φωνάζουν το όνομά μου, αλλά αυτοί που κάνουν το θέλημα του Πατέρα μου». Το βίωμα αυτό πρέπει να έχει μετάνοια, δάκρυα, προσευχή, νηστεία παθών, ταπείνωση.
Επιλογικά και περιληπτικά γράφει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Μικροψυχία είναι μητέρα της κολάσεως, υπομονή μητέρα της παρακλήσεως και δύναμη που δόθηκε να γεννιέται από τη μεγαλοσύνη της καρδιάς. Ένα θείο χάρισμα που το οικειοποιούμαστε με την προσευχή και τα δάκρυα».


Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Περί Ευαγγελισμού της Θεοτόκου


«Χαῖρε κεχαριτωμένη. ὁ Κύριος μετά σοῦ. εὐλογημένη σύ ἐν γυναιξίν.
…εὖρες γάρ χάριν παρά τῷ Θεῷ»

 
Ένας χαιρετισμός σε μια ταπεινή κόρη της Ναζαρέτ. Μια μέγιστη δωρεά στην ανθρωπότητα. Μια χάρη στην Παρθένο, μια σωτηρία για την οικουμένη. Ένας ευαγγελισμός και ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Μια αποδοχή της Παναγίας, μια συμμετοχή της ανθρωπότητας στο θείο σχέδιο της οικονομίας. Η Θεοτόκος αποδέχεται και η ανθρώπινη φύση λυτρώνεται. Η θεότης ενανθρωπίζεται και ανθρωπότητα θεώνεται. Ένα «ναι» με παγκόσμιες συνέπειες. Συστέλλεται το άκτιστο και εισχωρεί στο κτιστό. Επισκιάζεται το καταληπτό για να δεχθεί το ακατάληπτο.
Τούτο το γεγονός τιμά η αγία εκκλησία μας. Την απαρχή της σαρκώσεως τού Θεού Λόγου. Και επειδή σ’ αυτή την δωρεά συμμετέχει και η Παναγία μας, είναι διπλή η εορτή. Είναι ταυτόχρονα Δεσποτική και Θεομητορική, διότι το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το πρόσωπο του Χριστού. Το μεγαλείο της Θεοτόκου δεν οφείλεται μόνο στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, κατά την οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε σε συνδυασμό με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαῖρε ὅτι ὑπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαῖρε ὅτι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα». Αυτός ο αδιάρρηκτος σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας είναι εμφανής στους βίους των αγίων, που είναι τα γνήσια μέλη του Σώματος του Χριστού. Είναι αδύνατον να υπάρξει άγιος που να μην αγαπά την Παναγία.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Γι’ αυτό στο απολυτίκιο ψάλλουμε: «Σήμερον τῆς σωτηρίας ἠμῶν τό κεφάλαιον καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος μυστηρίου ἡ φανέρωσις». Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υπόσχεσης του Θεού (Γεν. γ΄ 15), μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας, η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο.
Κατά τον Ευαγγελισμό ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη» αφού ο Θεός είναι μαζί της. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθεί και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού, επισκιαζόταν διαρκώς από το Άγιον Πνεύμα. Επίσης ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ως ησυχαστής βλέπει την Θεοτόκο και ως τύπο ησυχαστού και τονίζει ότι στα άγια των αγίων απέκτησε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό. Δηλαδή, ζούσε στον Ναό σαν σε παράδεισο: «Ἔζη τοίνυν ἄσκευον, ἀμεριμέριστον, ἀπραγμάτευτον ἀνύουσα βίον, λύπης ἄμοιρον, παθῶν ἀγενῶν ἀμέτοχον … Θεῷ ζῶσα μόνῳ, Θεῷ βλεπομένη μόνῳ, Θεῷ τρεφομένη, Θεῷ τηρουμένη μόνῳ, … Θεῷ διηνεκῶς προσανέχουσα»[1].
Και συνεχίζει, ότι η Θεοτόκος στα άγια των αγίων ησχολείτο με την νοερά προσευχή, απηλλαγμένη από κάθε υλική μέριμνα: «συνῆψε τόν νοῦν τῇ πρός ἑαυτόν στροφῇ καί προσοχῇ καί τῇ ἀδιαλείπτῳ θείᾳ προσευχῇ»[2]. Παρόλα αυτά όμως υπόκειτο στο προπατορικό αμάρτημα, δηλαδή τις συνέπειές του, όπως την φθορά και τον θάνατο του σώματος. Την στιγμή όμως που, με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος, η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη στην γαστέρα της Θεοτόκου, η Παναγία πρώτη γεύεται την απελευθέρωση από το προπατορικό αμάρτημα. Γι’ αυτό η Παναγία δεν χρειάστηκε την Πεντηκοστή. Δεν χρειάστηκε να βαπτιστεί. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, όταν έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού διά του Αγίου Πνεύματος ή αυτό που γίνεται σ’ όλους μας κατά την ημέρα της βαπτίσεως, συνέβη στην Παναγία κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού.
Σ’ αυτό το πλαίσιο κατανοείται και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, πως η Παναγία έλαβε το Άγον Πνεύμα την ημέρα του Ευαγγελισμού, το οποίο την εξαγίασε και της έδωσε μεν δεκτική δύναμη της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Βέβαια όταν ομιλούμε περί σύλληψης του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και την δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε του Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστό από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα δημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα. Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε.
Η σύλληψη του Χριστού  έγινε με ησυχία και μυστικά από τον κόσμο, αλλά και από τους αγγέλους, εκτός του Γαβριήλ. Σ’ αυτό αναφέρεται η προφητεία του Δαυίδ που έλεγε: «Καταβήσεται ὡς ὑετός ἐπί πόκον, ὡσεί σταγών ἡ στάζουσα ἐπί τήν γῆν» (Ψαλμ. 71,6). Δηλαδή, όπως η σταγόνα πέφτει πάνω στο μαλλί (πόκος) χωρίς θόρυβο, το ίδιο αθόρυβα έγινε και η σύλληψη του Θεανθρώπου από την Παναγία και μάλιστα χωρίς φθορά. Η Παναγία ήταν παρθένος προ του τόκου και παρέμεινε παρθένος κατά τον τόκο και μετά του τόκου. Αυτό συμβολίζουν τα τρία αστέρια που τοποθετούν οι αγιογράφοι πέριξ του προσώπου της. Οι αλήθειες αυτές δεν είναι πάντοτε μαρτυρημένες βιβλικά, αλλά οι πατέρες της εκκλησίας μας, ως γνήσιοι εκφραστές της θείας αλήθειας, προβαίνουν σε τέτοιες θεολογικές ερμηνείες γιατί γνωρίζουν την αλήθεια, όπως τους την έχει αποκαλύψει το Άγιον Πνεύμα.
Μια τέτοια αλήθεια είναι αυτή που εκφράζει και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όταν περιγράφει ορισμένες αλήθειες σχετικές με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου: «Οὐ ταῖς κατά μικρόν προσθῆκαις ἀπαρτιζομένου τοῦ σχήματος, ἀλλ’ ὑφ ἕν τελειωθέντος»[3]. Τονίζει ότι ο Χριστός απ’ αρχής της συλλήψεώς Του, είχε πλήρη ανθρώπινη μορφή, απλώς σταδιακά αυξανόταν το μέγεθός Του. Ενώ σ’ εμάς τους ανθρώπους το κυοφορούμενο δεν έχει καθορισμένο σχήμα και μορφή, αλλά είναι αδιαμόρφωτο. Σταδιακά και με την πάροδο του χρόνου τα βρέφη διαπλάθονται και ολοκληρώνονται. Το ίδιο επισημαίνει και ο Μ. Βασίλειος: «εὐθύς γάρ τέλειον ἦν ἐν τῇ σαρκί τό κυοφορούμενον, οὐ ταῖς κατά μικρόν διπλάσεσι μορφωθέν».
Υπάρχει μία προφητεία του Ησαΐα που αναφέρεται στην Θεοτόκο και στην κυοφορία της: «Ἰδού ὁ Κύριος κάθηται ἐπί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ΄1). Ως νεφέλη εδώ χαρακτηρίζεται η Θεοτόκος, η οποία συγκράτησε τον Κύριο. Πάνω σ’ αυτή την προφητεία υμνωδός του Ακαθίστου Ύμνου στηρίχθηκε και έγραψε το τροπάριο: « Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ, ἐπί θρόνου θεότητος, ἐν νεφέλῃ κούφῃ ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς ὁ ὑπέρθεος, τῇ ἀκηράτῳ παλάμῃ καί διέσωσε, τούς κραυγάζοντας. Δόξα Χριστέ τῇ δυνάμει σου».
Με τον Ευαγγελισμό ξεκινά η εφαρμογή του σχεδίου της θείας οικονομίας για την σωτηρία των ανθρώπων. Γι’ αυτό το σχέδιο και την σωτηρία μας ο υμνωδός, αλλά και εμείς πρέπει συνεχώς να αναβοούμε «Δόξα Χριστέ τῇ δυνάμει σου».


[1] Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Έργα ΕΠΕ τόμος 11, σελ. 322
[2] Ένθα ανωτέρω τόμος 11, σελ. 338
[3] Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, Λόγος Περί του τρόπου συλλήψεως του Θεού Λόγου και της θείας αυτού σαρκώσεως.

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ Στάσις Α΄

Χαιρετισμοί του Α΄ Οίκου

«Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει
  χαίρε δι’ ης η αρά εκλείψει».
§         Η ανθρωπότητα ήταν βυθισμένη στην δυστυχία των ατέρμονων παραπτωμάτων της. Ζοφερό έμοιαζε το μέλλον της.
§         Όμως, ώ των θαυμάτων Σου Κύριε!
§         Η απροϋπόθετη αγάπη του Θεού ευδόκησε στο πρόσωπο της Παναγίας και άλλαξε άρδην την σκοτεινή εικόνα.
§         Ο Λόγος σαρξ εγένετο και ανεκλάλητη χαρά και ελπίδα πλημμυρίζει την ανθρωπότητα.
§         Η κατάρα εξαλείφεται. Η αμαρτία συγχωρείται. Η λύπη μετατρέπεται σε χαρά. Η απελπισία σε ελπίδα.
§         Ο ίδιος ο Χριστός μας διαβεβαίωνε: «Χαράν την εμήν δίδωμι υμίν και την χαράν υμών ουδείς αίρει αφ’ υμών».

«Χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
  χαίρε, των δακρύων της Εύας η λύτρωσις».
t        Η προαναφερθείσα χαρά δεν αφορά μόνον τους ζωντανούς, αλλά και τους κεκοιμημένους.
t        Ο Χριστός καταλύει τον θάνατον. Ανακαλεί και εξάγει από τον Άδη, τον Αδάμ. Λυτρώνει την Εύα από τα δάκρυα της μεταμέλειας. Τους επαναφέρει στην παραδείσια κατάσταση.
t        Και η Θεοτόκος πρωταγωνιστεί σε όλο αυτό το θαυμαστό σχέδιο. Είναι το σκεύος εκλογής και η ελπίδα του κόσμου.

«Χαίρε, ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς».
§         Η πεπερασμένη ανθρώπινη διάνοια αδυνατεί να κατανοήσει το μέγα μυστήριο του θεομητορικού θαύματος. Χρεοκοπεί εμπρός στο γνόφο της θεότητας.
§         Επιζητεί την Χάρι του Θεού για την κατανόηση των αρρήτων, για την διάνοιξη των οφθαλμών.
§         Επιζητεί την Χάρι ο χοϊκός άνθρωπος, για να κατανοήσει και να συλλάβει μέρος του μεγαλείου του Θεού.


«Χαίρε βάθος δυσθεώρητον και αγγέλων οφθαλμοίς».
Όχι μόνον οι άνθρωποι, αλλά και οι άγγελοι (με την άϋλη φύση τους), αδυνατούν να δουν το μεγαλείο.
Υπηρετούν το σχέδιο του Θεού, τον δορυφορούν, τον δοξάζουν, τον υμνούν, Ευαγγελίζουν την Θεοτόκο, αλλά και αυτοί εκστασιασμένοι ορούν το απερηνόητο θαύμα της ενανθρωπήσεως του Λόγου.

«Χαίρε, ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα».
Ο υμνωδός χαιρετίζει την Θεοτόκο, διότι αξιώνεται να βαστά στην αγκαλιά της τον Θεό όλων. Τον Δημιουργό των απάντων. Αυτόν που συνέχει και συγκροτεί το σύμπαν.
Λογικά ερωτήματα αναδιπλώνονται:
  1. «Ο αχώρητος παντί πώς εχωρήθη εν γαστρί;».
  2. Πώς μπόρεσε και βάσταξε το άπειρο βάρος της θεότητας χωρίς να διαλυθεί, η ανθρώπινη φύση της;
  3. Πώς γεφυρώθηκε το χάσμα μεταξύ Πλάστη και πλάσματος;
Και όπου η διάνοια αδυνατεί να ανέβει, εκεί γεννιέται το θαύμα.
Το θαύμα συντελέστηκε και μόνον δια της βαθιάς πίστεως γίνεται αποδεκτό. Οφείλεται στη δύναμη της θείας χάριτος και της ευλογίας.


Χαιρετισμοί του Γ΄ Οίκου

«Χαίρε, βουλής απορρήτου μύστις».
§         Η Μαρία, η κόρη από την Ναζαρέτ, γίνεται ο πρώτος άνθρωπος που μυσταγωγείται στο μυστήριο της θείας βουλής.
§         Γίνεται ο πρώτος άνθρωπος που λαμβάνει γνώση από τον Θεό, μέσω του αγγέλου Του, για την σάρκωση του Λόγου.
§         Και αποδέχεται την συμμετοχή της σ’ αυτό: «Ιδού, η δούλη Κυρίου».

«Χαίρε, των θαυμάτων Χριστού το προοίμιον».
Μέσα στη γαστέρα της Θεοτόκου λαμβάνει χώρα το πρώτο θαύμα της Θείας Οικονομίας. Αυτό το πρώτο θαύμα γίνεται ο προάγγελος των θαυμάτων που θα ακολουθήσουν από τον Χριστό επί γής.
Ο στίχος όμως αυτός επιδέχεται και δεύτερη ερμηνεία: η Παναγία γίνεται ο προάγγελος του σχεδίου του Θεού, για την απολύτρωση των ανθρώπων. Και από εδώ ξεκινά το απερινόητο μυστήριο.

«Χαίρε των δογμάτων αυτού το κεφάλαιον».
Το Χριστολογικό δόγμα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την Παρθένο Μαρία. Στην οριοθέτηση του δόγματος αυτού η Παναγία είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο.
Όποιος αιρετικός προσβάλει το Χριστολογικό δόγμα, προσβάλει και το πρόσωπο της Μητέρας Του και αντίστροφα. Πολλοί θέλοντας να πλήξουν το πρόσωπο του Χριστού, πρόσβαλαν την Μητέρα Του.
Στα δόγματα της Εκκλησίας μας εξέχουσα θέση κατέχει και η μορφή της Θεοτόκου.

«Χαίρε κλίμαξ επουράνιε δι’ ης κατέβη ο Θεός».
Στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται πως ο Ιακώβ είδε στον ύπνο του μία κλίμακα (σκάλα), που ένωνε την γη με τον ουρανό. Σ’ αυτήν ανεβοκατέβαιναν άγγελοι του Θεού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας επεξηγεί το όραμα του Ιακώβ, ότι συμβολίζει την Παναγία που έγινε η κλίμακα, ώστε απ’ αυτήν να κατέλθει όχι ένας απλός άγγελος στη γή, αλλά ο ίδιος ο Λόγος του Θεού.

«Χαίρε, γέφυρα μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν».
Η Παναγία μας εκτός από νοητή κλίμακα, έγινε και νοητή γέφυρα που ένωσε τον ουρανό με την γη.
Γεφύρωσε το χάσμα, δίνοντας στους ανθρώπους την δυνατότητα να πολιτογραφηθούν ως κάτοικοι του παραδείσου.

«Χαίρε σοφών υπερβαίνουσα γνώσιν».
Πολλοί άνθρωποι προσπάθησαν να πλησιάσουν τον Θεό αποκτώντας ανθρώπινη σοφία.
Μια τέτοια προσπάθεια έγινε στη δύση με τους επονομαζόμενους σχολαστικούς.
Άκαρπο το εγχείρημα. Οδηγήθηκαν σε εκτροπή από την ορθή πίστη και πλάνη.
Η κατανόηση των μυστηρίων του Θεού δεν είναι γνώση που αποκτάται σε σχολικές αίθουσες. Είναι εμπειρία ζωής. Είναι η Χάρις και η δωρεά του Αγίου Πνεύματος.
Αναμφισβήτητα, δεν αποδοκιμάζεται η γνώση και η διάθεση του ανθρώπου να καλλιεργηθεί πνευματικά. Απλώς τα όρια της γνώσης αυτής είναι πεπερασμένα και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν εργαλεία αναζήτησης της Θείας Σοφίας.
Πρωτεύοντα ρόλο στην κατανόηση των μυστηρίων έχουν η ταπείνωση, η νήψη, η προσευχή, η νηστεία.


«Χαίρε, πιστών καταυγάζουσα φρένας».
Οι πιστεύοντες και οι ταπεινά ιστάμενοι μπροστά στο μυστήριο της Θεοτόκου, λαμβάνουν την χάρη και την ικανότητα, όπως λαμπρυνθεί ο νους και η καρδιά τους.
Διά αυτού του τρόπου αξιώνονται να γευθούν τον Θεό, να Τον αισθανθούν και να κατανοήσουν μέρος της Θείας Σοφίας Του. Τέτοιας δωρεάς έλαβαν χάρη πολλοί Άγιοι της Εκκλησίας μας.


Χαιρετισμοί του Ε΄ Οίκου

«Χαίρε, θνητών προς θεόν παρρησία».
Η ανθρωπότητα συνέβαλε στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας, διά μέσου της Θεοτόκου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο πρόσωπο της Παναγίας απέκτησε παρρησία έναντι του Θεού.
Οι προσευχές μας δια των πρεσβειών της ενισχύονται. Και ο φιλάνθρωπος Υιός της στέκεται με πολλή αγάπη πλάι στην μητέρα Του και το ανθρώπινο γένος που εκπροσωπεί.
Η Παναγία είναι η παρρησία όχι μόνο των ανθρώπων, αλλά και των αγγέλων και ολόκληρης της κτίσεως. Τουναντίον είναι η καταισχύνη και το τραύμα των δαιμόνων.